Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

Ζόρικό μου 2012....

Πολυσυζητημένο μου 2012,
τώρα που τα βήματά σου πλησιάζουν την πόρτα μου σου γράφω ένα σημείωμα της τελευταίας ώρας, γιατί πέρα από τις καθημερινές ασκήσεις ψυχραιμίας που μου ροκανίζουν όλες τις στιγμές κι έπρεπε να σε ακούσω για να καταλάβω πως ήρθες, ξέρω πως εσύ είσαι αλλιώτικο. Για ένα ανεξήγητο λόγο νιώθω πως, εσύ, έχεις τσαγανό. Πως θα φοράς σκισμένο τζην και θα χτυπάς το χέρι στο τραπέζι κοιτώντας τους συνδαιτυμόνες ίσια στα μάτια.

Γι’ αυτό και δεν σου έγραψα μια επιστολή επίσημη κι ούτε την ταχυδρόμησα, όπως τις προηγούμενες φορές που ήμουν τυπική και συνεπής, τότε που οι χρονιές ξεπρόβαλαν γεμάτες υποσχέσεις σαν δούρειοι ίπποι. Βλέπεις, παρά τις περισπούδαστες οικονομοτεχνικές και κοινωνικές αναλύσεις και προβλέψεις μας, εμείς οι καθημερινοί άνθρωποι, αγνοούμε τελικά το ποιος αποφασίζει και το πού εκχωρεί την υιοθεσία του κάθε νεογέννητου έτους, ποια αιτήματα του προικοδοτεί και ποια καταχωνιάζονται στα αραχνιασμένα αρχεία των ασύμφορων κι αφελών πόθων.

Εσύ, πάντως, μου δίνεις την αίσθηση, για να μη πω τη σιγουριά, πως έρχεσαι για να υιοθετήσεις και να προικοδοτήσεις. Να θεσμοθετήσεις ασύμφορους και αφελείς πόθους. Έτσι, έβαλα το σημείωμά μου μέσα σ’ ένα φακελάκι ευχής, ανοιχτό, που θα το βρεις, μπροστά σου, κρεμασμένο στο μισόκλειστο παραθυρόφυλλο της ελπίδας μου. Όπως θα διαβάσεις, ζόρικό μου 2012, το Μόνο που σου ζητώ είναι να μου φέρεις περισσότερους Ανθρώπους. Από αυτούς που θα σε ακολουθούν κοιτώντας σε ίσια στα μάτια. Σου επισυνάπτω και μια μικρή λίστα γιατί με τόσα που έχεις να κάνεις, ίσως μπερδευτείς.



Ανθρώπους Ήθους και όχι ύφους.
Ανθρώπους Ιδεολόγους και όχι ιδεοκάπηλους.
Ανθρώπους Οραματιστές και όχι ματαιόδοξους.
Ανθρώπους Δημιουργούς και όχι τυμβωρύχους.
Ανθρώπους Ειρηνοποιούς και όχι δημαγωγούς.
Ανθρώπους Γενναίους και όχι αδίστακτους.
Ανθρώπους Δοτικούς και όχι κερδοσκόπους.
Ανθρώπους Εραστές της ζωής και όχι ερωτύλους.
Ανθρώπους που Χαμογελούν με τα μάτια και Αγαπούν με την καρδιά.


Σε ασπάζομαι
και σε περιμένω ανυπόμονα

Χριστίνα
Γιώργος
Μαρία
Γιάννης
Ελένη
Δημήτρης
Κωνσταντίνος
Αργυρώ
Στέφανος
Κατερίνα
Αλέξανδρος

και τόσοι άλλοι…………………………………

Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

Ένα αγγελάκι στα Εξάρχεια

Απόσπασμα από το εξαιρετικό βιβλίο της αγαπημένης και πολυγραφότατης Λότης Πέτροβιτς - Ανδρουτσοπούλου που με τη μοναδική της πένα ζωντανεύει παιδικές μνήμες από τη φρίκη της Κατοχής.




"H σειρήνα είχε άξαφνα ζωντανέψει στο μυαλό της Πηνελόπης μνήμες φρικτές από την Κατοχή. Το κατέβασμα στο καταφύγιο που μύριζε υγρασία και μούχλα, κάθε φορά που σήμαινε συναγερμός, τη λαχτάρα και τον τρόμο που έβλεπε στα πρόσωπα των μεγάλων, τους ρακένδυτους πεινασμένους που έψαχναν με απόγνωση στα σκουπίδια μήπως και βρουν να βάλουν κάτι στο στόμα τους. Τον άγριο κρότο από τις μπότες των Ναζί, που της φαίνονταν ίδιοι δράκοι των παραμυθιών. Τους γκεσταπίτες που μπήκαν εκείνη τη μέρα στο σπίτι κι άρπαξαν τον μπαμπά, τους άξαφνους πυροβολισμούς τις νύχτες και τα ματωμένα κορμιά των αγωνιστών της αντίστασης που έβλεπε συχνά πεσμένα στο δρόμο το άλλο πρωί πηγαίνοντας στο σχολείο - στην πρώτη κι έπειτα στη δευτέρα δημοτικού, το φόβο του θανάτου και την καθημερινή αγωνία που κράτησε τέσσερα ολόκληρα χρόνια."

Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2011

"Zητείται ελπίς"

Ἄναψε τσιγάρο, ἤπιε δυὸ γουλιές, κι ἄνοιξε τὴν ἀπογευματινὴ ἐφημερίδα.

Καινούριες μάχες εἶχαν ἀρχίσει στὴν Ἰνδοκίνα. «Αἱ ἀπώλειαι ἑκατέρωθεν ὑπῆρξαν βαρύταται», ἔλεγε τὸ τηλεγράφημα.

Ἕνα ἀκόμα ἰαπωνικὸ ἁλιευτικὸ ποὺ γύρισε μὲ ραδιενέργεια.

«Ἡ σκιὰ τοῦ νέου παγκοσμίου πολέμου ἁπλοῦται εἰς τὸν κόσμον μας», ἦταν ὁ τίτλος μιᾶς ἄλλης εἴδησης.

Ὕστερα διάβασε ἄλλα πράγματα: τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, προαγωγὲς ἐκπαιδευτικῶν, μιὰ ἀπαγωγή, ἕνα βιασμό, τρεῖς αὐτοκτονίες. Οἱ δυό, γιὰ οἰκονομικοὺς λόγους. Δυὸ νέοι, 30 καὶ 32 χρονῶ. Ὁ πρῶτος ἄνοιξε τὸ γκάζι, ὁ δεύτερος χτυπήθηκε μὲ πιστόλι.

Ἀλλοῦ εἶδε κριτικὴ γιὰ ἕνα ρεσιτὰλ πιάνου, ἔπειτα κάτι γιὰ τὴ μόδα, τέλος τὴν «Κοσμικὴ Κίνηση»: «Κοκταίηλ προχθὲς παρὰ τῷ κυρίῳ καὶ τῇ κυρίᾳ Μ. Τ. Χάρμα εὐμορφίας καὶ κομψότητος ἡ κυρία Β. Χ. μὲ φόρεμα κομψότατο ἐμπριμὲ καὶ τὸκ πολὺ σίκ. Ἐλεγκάντικη ἐμφάνισις ἡ δεσποινὶς Ο. Ν.»

Ἄναψε κι ἄλλο τσιγάρο. Ἔριξε μιὰ ματιὰ στὶς «Μικρὲς Ἀγγελίες»:

ΠΩΛΕΙΤΑΙ νεόδμητος μονοκατοικία, κατασκευὴ ἀρίστη, ἐκ 4 δωματίων, χόλ, κουζίνας, λουτροῦ πλήρους, W.C.

ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ εἰς σοβαρὸν κύριον δωμάτιον εἰς β´ ὄροφον, εὐάερον, εὐήλιον...

ΖΗΤΕΙΤΑΙ πιάνο πρὸς ἀγοράν...

Σκέψεις γυρίζανε στὸ νοῦ του.

Ἀπὸ τότε ποὺ τέλειωσε ὁ δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, ἡ σκιὰ τοῦ τρίτου δὲν εἶχε πάψει νὰ βαραίνει πάνω στὸν κόσμο μας. Καὶ στὸ μεταξύ, τὸ αἷμα χυνότανε, στὴν Κορέα χτές, στὴν Ἰνδοκίνα σήμερα, αὔριο...

Δὲν εἶχε ἀλλάξει διόλου πρὸς τὸ καλύτερο ἡ ζωή μας ὕστερ᾿ ἀπὸ τὸν πόλεμο. Ὅλα εἶναι, τὰ ἴδια σὰν καὶ πρίν. Κι ὅμως εἶχε ἐλπίσει κι αὐτός, ὅπως εἶχαν ἐλπίσει ἑκατομμύρια ἄνθρωποι σ᾿ ὅλη τὴ γῆ, πῶς ὕστερ᾿ ἀπὸ τὸν πόλεμο, ὕστερ᾿ ἀπὸ τόσο αἷμα ποὺ χύθηκε, κάτι θ᾿ ἄλλαζε. Πὼς θἀρχόταν ἡ εἰρήνη, πὼς ὁ ἐφιάλτης τοῦ πολέμου δὲ θὰ ἴσκιωνε πιὰ τὴ γῆ μας, πὼς δὲ θὰ γίνονταν τώρα αὐτοκτονίες γιὰ οἰκονομικοὺς λόγους, πὼς...

Σκέφτηκε τὴ σύγχυση ποὺ ἐπικρατεῖ στὸν κόσμο μας σήμερα. Σύγχυση στὸν τομέα τῶν ἰδεῶν, σύγχυση στὸν κοινωνικὸ τομέα, σύγχυση...

Δὲν ἔφταιγε ἡ ἐφημερίδα ποὺ ἔκανε τώρα αὐτὲς τὶς σκέψεις. Τὰ σκεφτότανε ὅλα αὐτὰ τὸν τελευταῖο καιρό, πότε μὲ λιγότερη, πότε μὲ περισσότερη ἔνταση. Σκεφτότανε τὸ σκοτεινὸ πρόσωπο τῆς ζωῆς. Τὴν εἰρήνη, τὴ βαθιὰ τούτη λαχτάρα, ποὺ κρέμεται ἀπὸ μιὰ κλωστή. Σκεφτότανε τὴ φτώχεια, τὴν ἀθλιότητα. Σκεφτότανε τὸ φόβο ποὺ ἔχει μπεῖ στὶς καρδιές.

Στὸν καθρέφτη, δίπλα του, εἶδε τὸ πρόσωπό του. Ἕνα πολὺ συνηθισμένο πρόσωπο. Τίποτα δὲ μαρτυροῦσε τὴν ταραχὴ ποὺ εἶχε μέσα του.

Εἶχε πολεμήσει κι αὐτὸς στὸν τελευταῖο πόλεμο. Καὶ εἶχε ἐλπίσει. Μὰ τώρα ἤτανε πιὰ χωρὶς ἐλπίδα. Ναί, δὲ φοβότανε νὰ τὸ ὁμολογήσει στὸν ἑαυτό του πῶς ἤτανε χωρὶς ἐλπίδα.

Μιὰ σειρὰ ἀπὸ διαψεύσεις ἐλπίδων ἦταν ἡ ζωή του. Εἶχε ἐλπίσει τότε...

Εἶχε ἐλπίσει ὕστερα...

Ζήτησε ἕνα ποτήρι νερὸ ἀκόμα. Αὐτὴ ἡ διάψευση ἀπὸ τὶς λογῆς-λογῆς ἰδεολογίες ἤτανε βέβαια γενικὸ φαινόμενο. Καὶ παραπάνω ἀπὸ τὴ διάψευση, ἡ κούραση, ἡ ἀδιαφορία, ποὺ οἱ πιὸ πολλοί, ἡ μεγάλη πλειοψηφία νιώθει μπροστὰ στὶς διάφορες ἰδεολογίες.

Κοίταζε τὰ τρόλλεϋ ποὺ περνάγανε ὁλοένα στὴ λεωφόρο, τὸ πλῆθος... Μπροστά του, ἡ ἐφημερίδα ἀνοιχτή. Ὅλα αὐτὰ ποὺ εἶχε δεῖ καὶ πρωτύτερα: ἡ σκιὰ τοῦ καινούριου πολέμου, ἡ Ἰνδοκίνα, οἱ δυὸ αὐτοκτονίες γιὰ οἰκονομικοὺς λόγους, ἡ «Κοσμικὴ Κίνησις»...

Τσιγάρα! ἕνας πλανόδιος μπῆκε. Πῆρε ἕνα πακέτο.
Στὶς ἕξι σελίδες τῆς ἐφημερίδας: ἡ ζωή. Κι αὐτός, ἤτανε τώρα ἕνας ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔχει ἐλπίδα

Ξανάριξε μιὰ ματιὰ στὴν ἐφημερίδα: ἡ Ἰνδοκίνα, ἡ «Κοσμικὴ Κίνησις», τὸ ρεσιτὰλ πιάνου, οἱ δυὸ αὐτοκτονίες γιὰ οἰκονομικοὺς λόγους, οἱ «Μικρὲς Ἀγγελίες»...


ΖΗΤΕΙΤΑΙ γραφομηχανή...

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ραδιογραμμόφωνον...

ΖΗΤΕΙΤΑΙ τζὶπ ἐν καλῇ καταστάσει...

ΖΗΤΕΙΤΑΙ τάπης γνήσιος περσικὸς...

Ἔβγαλε τὴν ἀτζέντα του, ἔκοψε ἕνα φύλλο κι ἔγραψε μὲ τὸ μολύβι του:

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ἐλπίς

Ὕστερα πρόσθεσε τὸ ὄνομά του καὶ τὴ διεύθυνσή του. Φώναξε τὸ γκαρσόνι. Ἤθελε νὰ πληρώσει, νὰ πάει κατευθείαν στὴν ἐφημερίδα, νὰ δώσει τὴν ἀγγελία του, νὰ παρακαλέσει, νὰ ἐπιμείνει νὰ μπεῖ ὁπωσδήποτε στὸ αὐριανὸ φύλλο.

Αντώνης Σαμαράκης

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2011

Η φυλακή του Πάντα

«Για ασφάλεια κυκλωθήκαμε με τείχη - και γίνανε τα τείχη φυλακή μας»
Κώστας Ουράνης



Κάποτε… όπως τώρα… όπως παλιά… ο Έρωτας αποφάσισε να γράψει την αυτοβιογραφία του. Το εξομολογήθηκε σ’ ένα περαστικό γλάρο. Ο γλάρος τον κοίταξε με απορία και καχυποψία. Αναρωτήθηκε αν κι αυτό ήταν ένα από τα συνηθισμένα παιχνίδια του Έρωτα.

« Είσαι σίγουρος;» τον ρώτησε ο γλάρος.

«Περισσότερο από ποτέ», απάντησε ο Έρωτας και τύλιξε σ’ ένα σύννεφο τη φαρέτρα του που ήταν γεμάτη βέλη.
Μετά κρέμασε στην ουρά του σύννεφου ένα περαστικό αγέρι, αφού πρώτα του ψιθύρισε κάτι πολύ σιγανά. Εκείνο φύσηξε αμέσως με δύναμη και προσγειώθηκε μαζί με το σύννεφο στην πιο μακρινή έρημο. Την έρημο του Πάντα. Ο γλάρος ήταν από τους λίγους που ήξεραν πως αυτή η έρημος ήταν μια φυλακή χωρίς τείχη. Η πιο επικίνδυνη γιατί ήταν η έρημος με τους περισσότερους αντικατοπτρισμούς. Έδειχνε μια απέραντη ανεμπόδιστη έκταση. Κανείς δεν καταλάβαινε πως δεν είχε στάλα νερό και πως η μετακινούμενη άμμος έχτιζε περίτεχνα τείχη που διαρκώς τους άλλαζε θέση.

«Τι σ’ έπιασε κι έστειλες τη φαρέτρα σου στην έρημο του Πάντα;» είπε ο γλάρος μάλλον τρομαγμένος.

«Πριν αρχίσω να γράφω θέλω να κάνω ένα δώρο στους ανθρώπους αφού διαρκώς παραπονιούνται για όλα και το μόνο που αποζητούν είναι η σιγουριά. Γι’ αυτό κι εγώ αποφάσισα να στείλω τα βέλη μου στην έρημο του Πάντα. Να μην τα χρησιμοποιήσω ποτέ ξανά, να νιώσουν ελεύθεροι και από μένα κι από την ανασφάλεια που τους προξενώ».

«Μα την αλήθεια, δεν σε καταλαβαίνω…» του απάντησε ο γλάρος «όχι πως σε κατάλαβα ποτέ, δηλαδή…» συνέχισε τη φράση με τη σκέψη του.

Ο Έρωτας χωρίς να απαντήσει, ξεδίπλωσε ένα κομμάτι από το στρίφωμα της σελήνης. Ακούμπησε το κομμάτι από το στρίφωμα στο γόνατό του κι αμέσως έβγαλε το μικρό κόκκινο βέλος που φύλαγε ανάμεσα στα φτερά του, ήταν το μόνο βέλος που δεν αποχωριζόταν ποτέ. Κάτι έγραψε και μόλις τέλειωσε ξαναδίπλωσε το στρίφωμα προσεκτικά.

Ο γλάρος χωρίς να χάσει καιρό ταξίδεψε τα μαντάτα στις πέντε ηπείρους.
«Μπορείτε να είστε ήσυχοι πια! Από δω και πέρα θα είστε ελεύθεροι και ασφαλείς. Χωρίς εκπλήξεις κι ανατροπές. Τα βέλη του Έρωτα δεν θα σας ενοχλήσουν ποτέ ξανά!»

Οι άνθρωποι έμειναν άφωνοι στην αρχή. Όταν, όμως, σιγουρεύτηκαν ότι η φαρέτρα με τα βέλη του Έρωτα είχε εξοριστεί στην έρημο του Πάντα και δεν κινδύνευαν άλλο από τη δέσμευση και την απογοήτευση, άρχισαν να πανηγυρίζουν. Τι ευτυχία ήταν αυτή! Ο Έρωτας λογικεύτηκε κι αποφάσισε να τους αφήσει ήσυχους. Επιτέλους, θα ζούσαν χωρίς αγωνίες κι εντάσεις. Χωρίς παράλογα όνειρα και ιδέες. Χωρίς τίποτα να απειλεί την ήρεμη ζωή τους, αφού ο κύριος υπεύθυνος για τα περισσότερα δεινά τους ήταν ο Έρωτας. Επιτέλους ήταν ελεύθεροι! Κανείς δεν είχε καταλάβει πόσο κοντά ήταν η έρημος του Πάντα, πως μια δρασκελιά αρκούσε για να βρεθεί στην καρδιά της.


«Τι νέα από τους ανθρώπους; Είναι χαρούμενοι τώρα που γλύτωσαν από μένα;» ρώτησε ο Έρωτας το γλάρο μετά από καιρό.

«Αυτό που βλέπω, εγώ, είναι ότι δείχνουν συνεχώς κουρασμένοι και βαριεστημένοι, παρόλο που δεν κάνουν κουραστικά ή δύσκολα πράγματα», απάντησε ο γλάρος.

«Γιατί το λες αυτό;»

«Ζουν μονότονα κι αδιάφορα. Σα να μη νοιάζονται για τίποτα πλέον».

«Δηλαδή;»

«Σα να βούλιαξε ο χρόνος, και οι άνθρωποι μαζί του, από τότε που τους χάρισες το Πάντα της σιγουριάς. Τίποτα κακό αλλά και τίποτα καλό δε συμβαίνει πια. Όλα δείχνουν βαλσαμωμένα. Αφυδατωμένα. Φαίνεται πως ήταν άμαθοι να φέρουν βόλτα τη σιγουριά κι έγινε η φυλακή τους. Κανείς δε σκέφτεται. Κανείς δεν ψάχνει. Τίποτα δεν πεθαίνει αλλά και τίποτα καινούργιο δε γεννιέται. Ξέρεις πόσο καιρό έχουν να γράψουν ένα καινούργιο τραγούδι; Οι πινακοθήκες έχουν πιάσει αράχνες. Έχουν σταματήσει να ζωγραφίζουν. Γύρισα όλο τον κόσμο μπας και βρω κάποιον που να διαβάζει ένα βιβλίο. Κανείς. Το να γραφεί καινούργιο βιβλίο, ούτε συζήτηση. Ο μοναδικός, που ασχολείται με κάτι τέτοιο εδώ και πολύ καιρό, είσαι εσύ! Αλήθεια, το τελείωσες;»

«Δεν ξεκίνησα καν!»

«Με κοροϊδεύεις;…»

«Όχι».

«Τότε γιατί το έκανες όλο αυτό;»


Ο Έρωτας ξεδίπλωσε με αργές κινήσεις το κομμάτι από το στρίφωμα της σελήνης, εκεί που είχε γράψει τότε που έστειλε τη φαρέτρα του στην έρημο, κι έγνεψε στον γλάρο να πλησιάσει.

«Η φυλακή του Πάντα» διάβασε ο γλάρος και τα μικρούλικα μάτια του γούρλωσαν από έκπληξη, μπορεί να ήταν και θυμός.

«Τι είναι αυτό;…»

«Ο τίτλος του βιβλίου που μπορεί να γράψω κάποτε».


Ο γλάρος ατένισε αμίλητος τον ορίζοντα. Ήταν θαμπός και παραδομένος στη σκόνη της ερήμου.

«Είσαι σκληρός! Εκδικητικός!» ξέσπασε μετά από λίγο.
«Είμαι η αφύπνιση των κυττάρων της ζωής», του απάντησε ήρεμα ο Έρωτας.

«Είσαι απάτη! Δόλος! Γι’ αυτό έστειλες τη φαρέτρα σου στην έρημο!» συνέχισε να τον κατηγορεί ο γλάρος.
«Είμαι η ελπίδα της όασης».

«Είσαι πόλεμος! Εχθρός της Αλήθειας!»
«Είμαι ένα καραβάνι φορτωμένο με κάθε λογής αλήθειες. Αεικίνητο, όμως. Θα υπάρχω για πάντα, αν δεν φυλακιστώ στο Πάντα…» είπε ο Έρωτας κι έγνεψε στο σύννεφο που είχε τυλίξει τη φαρέτρα του ν’ αφήσει την έρημο και να γυρίσει κοντά του.

Χ. Κ.

Ο πίνακας είναι του Καραβάτζιο κι έχει τον τίτλο: "Προκλητικός Έρωτας"

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

Ο «Θείος Έρως» της Τέχνης

Κρύβω μέσα στο στήθος μου το κουβάρι, ένα κουβάρι κόκκινο βαθύ σαν πλακούντας και το νήμα του σαν τον ομφάλιο λώρο με τροφοδοτεί με το αίμα της ελπίδας για τη ζωή, την έξοδο, τη σωτηρία» Θείος Έρως- απόσπασμα



Αθήνα, Ιούλιος 2011.
Κι ενώ η πόλη περιπλανάται σε οδούς πτώσης και κατάπτωσης, ένας «Θείος Έρως», ίδιος με ομφάλιο λώρο – τροφό πνευματικής ανάτασης κι ανάστασης, ξεδιπλώνεται με τη μορφή μουσικοθεατρικού δρώμενου στον χώρο του Παλιού Πανεπιστημίου στην οδό Θόλου.

Ένας ομφάλιος λώρος άρρηκτα συνδεδεμένος με τον πλακούντα της ερευνητικής και καλλιτεχνικής ομάδας «Δρυός Τόποι», που επτά συνεχή χρόνια κυοφορεί και γεννά αδιάκοπα την υψηλή τέχνη της αρχαίας όρχησης.

Η Άννα Λάζου, Λέκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών και ιδρύτρια της ομάδας «Δρυός Τόποι», μας εξέπληξε για μια ακόμα φορά. Διοργανώνοντας ένα αλησμόνητο οκταήμερο εκδηλώσεων στον χώρο του Παλιού Πανεπιστημίου, η Άννα Λάζου, ξετύλιξε με σπουδή το κουβάρι της ελπίδας, που σαν θαλασσόχορτο αγωνιά στην άμπωτη, και φώτισε την έξοδο της σωτηρίας μέσω της Τέχνης.


Είθε η Πρυτανική Αρχή να καθιερώσει και να θεσμοθετήσει αυτή την πνευματική όαση που μας συνεπήρε τον φετινό Ιούλιο, και σ’ όλους τους καιρούς, χαλεπούς ή δοξαστικούς, να παραμείνει ένας χυμώδης ποταμός που εισβάλοντας από παντού θα μας τυλίγει.

«Ένα θαλασσόχορτο που αγωνιά στην άμπωτη
η ψυχή μου
και εσύ ένας χυμώδης ποταμός που εισβάλεις από παντού
Τυλίγοντάς με…»
Θείος Έρως - απόσπασμα

Χ.Κ.

Μουσικοθεατρικό δρώμενο: "Θείος Έρως" από την ερευνητική - καλλιτεχνική ομάδα "Δρυός Τόποι", με την αιγίδα του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου
Σκηνοθεσία: Άννα Λάζου
Κείμενα: Μαρία Κέκκου
Κοστούμια: Μαίρη Τριανταφύλλου
Φωτογραφίες: Δημήτρης Μαυρόπουλος

Σάββατο, 11 Ιουνίου 2011

"Γράμματα σε φίλους" από τους οι μαθητές του Κέντρου Τέχνης Michelangelo που ζωγραφίζουν με Λέξεις και μιλούν με Χρώματα

Αγαπητοί ασθενείς, συνοδοί κι εξαίρετοι υποστηρικτές,
εμείς που ζούμε καθημερινά στο χώρο του «Αγίου Σάββα», αναρωτηθήκαμε τι θα ήταν εκείνο που θα μπορούσε να βελτιώσει αυτό το χώρο. Τι θα έδινε παρουσία και φωνή στους άψυχους τοίχους. Στους τοίχους που αφουγκράζονται κι ο αέρας μιλάει. Σ’ ένα περιβάλλον που το πνεύμα ανησυχεί και η ψυχή ψάχνει… Που όλα κινούνται και κινητοποιούνται. Που μοιάζουν ήσυχα αλλά οι σκέψεις και τα συναισθήματα φωνάζουν στη σιωπή. Τι θα ήταν εκείνο που θα δονούσε θετικά το χώρο ενάντια στο γκρίζο της αγωνίας και θα άνοιγε κανάλια επικοινωνίας στη χαρά, στα χρώματα, στα αρώματα και στα τραγούδια.
Έτσι «γεννήθηκε» αυτή η εφημερίδα, από τα παιδιά του Κέντρου Τέχνης Michelangelo, προσφέροντας μέσα από τις σελίδες της λόγια και ζωγραφιές απλόχερης Αγάπης στο συνάνθρωπο. Γιατί ο κόσμος αποκτά ουσιαστικό νόημα όταν τον κοιτάς μέσα από τα μάτια των παιδιών. Των παιδιών που εμπνεύστηκαν από δύο χαρισματικές προσωπικότητες, την εικαστικό Μαργαρίτα Ράντεβα, διευθύντρια του Κέντρου Τέχνης και τη λογοτέχνιδα Χριστίνα Κόλλια, υπεύθυνη του τμήματος Δημιουργικής Γραφής.
Γιατί Αξίζει να μοιραζόμαστε τα δύσκολα…

Παναγιώτης Μινογιάννης
Διοικητής Α.Ο.Ν.Α. «Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ»

Μ. Παπακωνσταντίνου
Διευθύντρια τμήμ. Κοινωνικής Εργασίας Α.Ο.Ν.Α. «Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ»






"..Όπως τ’ αστέρια, έτσι και οι άνθρωποι ξαναβρίσκουν τη λάμψη τους. Αρκεί να μην εγκαταλείψουν το δικό τους ουρανό που είναι η ελπίδα."
Στέλλα Α΄ τάξη Γυμνασίου



"...Α, κάτι ακόμα που κάνω, και με γεμίζει ευχαρίστηση, είναι να βάζω μέσα σε βιβλία πέταλα από διάφορους ανθούς και να τα αποξηραίνω. Έτσι έχω την προσωπική μου συλλογή με πολύχρωμα ευωδιαστά λουλούδια, όλο το χρόνο. Σου στέλνω με τη σκέψη μου ένα λουλούδι για να στολίσεις το πέτο σου."
Ειρήνη Στ΄τάξη Δημοτικού

"...Η μουσική είναι μια καλή παρέα για κάθε ώρα και στιγμή. Μαζί της μπορείς να ταξιδέψεις σ’ όλες τις χώρες του κόσμου χωρίς λεφτά και διαβατήριο. Είναι τόσο απλό. Διαλέγεις cd ή ραδιοφωνικούς σταθμούς με διαφορετικά είδη μουσικής κι αμέσως βρίσκεσαι σ’ όποιο μέρος του κόσμου λαχταράς να επισκεφθείς."
Νικολέττα Στ΄τάξη Δημοτικού






"...Στις σελίδες των βιβλίων υπάρχει ένας κόσμος μαγικός. Γεμάτος συντροφιά και παρηγοριά. Διαβάζεις τις σκέψεις άλλων ανθρώπων και πολλές φορές συναντάς ιστορίες που μοιάζουν με τη δική σου."
Αθηνά Στ΄τάξη Δημοτικού
"... Ότι βλέπεις κι ότι αισθάνεσαι μπορείς να το εμπιστεύεσαι σε ένα ημερολόγιο κι έτσι θα έχεις ένα κολλητό φίλο που θα βρίσκεται κάθε στιγμή κοντά σου. Όταν γράφεις, να ταξιδεύεις με τις λέξεις και μετά να κάθεσαι να τις διαβάζεις." Άγγελος Στ΄τάξη Δημοτικού

"...Ξέχασα να σου πω ότι εγώ ζωγραφίζω, τα πιο όμορφα πράγματα, όταν φτιάχνω το δικό μου φανταστικό κόσμο. Αυτός ο κόσμος βρίσκεται σ’ ένα λιβάδι γεμάτο λουλούδια και πεταλούδες κι εγώ κάνω πικ - νικ με τους φίλους μου. Πάρε λοιπόν μαρκαδόρους, ξυλομπογιές, νερομπογιές ή κηρομπογιές και ξεκίνα!"
Δέσποινα Δ΄τάξη Δημοτικού

"..Άλλοτε πάλι κάνω χάρτινες κατασκευές με ήλιους ή φυτεύω ήλιους σε μια γλάστρα. Διαβάζω βιβλία με ήλιους, όπως το αγαπημένο μου: «Ο ήλιος της Λίζας». Τρώω ηλιόσπορους. Όπως κατάλαβες, κάθε τι που έχει να κάνει με τον ήλιο μου δίνει ευχαρίστηση και με κάνει να νιώθω γεμάτη αισιοδοξία. Εύχομαι ένας ήλιος ν’ αλλάξει και τη δική σου ζωή."
Χριστίνα Δ΄τάξη Δημοτικού




"...Ξέρεις πως όταν κοιτάζεις τα πουλιά όλα γίνονται καλύτερα; Όταν βρεις ένα παπαγάλο μίλα του. Εγώ αυτό κάνω. Πες του αστεία και γέλασε με την καρδιά σου. Μετά να τον ζωγραφίσεις. Ή να τον βγάλεις από το κλουβί του και να φάτε μαζί ένα παγωτό."
Κωνσταντίνος Γ΄τάξη Δημοτικού

"...Οι φίλοι είναι σπουδαίο πράγμα. Εγώ τους αγαπώ όσο τίποτα και μ’ αρέσει να περνάω αρκετό χρόνο μαζί τους. Συναντιόμαστε συχνά και πίνουμε ζεστή σοκολάτα ή ένα δροσερό χυμό."
Γιάννης Β΄τάξη Δημοτικού


"...Όταν φυσάει κάθομαι στο μπαλκόνι. Αφήνομαι ελεύθερος σα να θέλω να με πάρει ο αέρας και να με πάει μακριά. Πολύ μακριά. Πολλές φορές κοιτάζω τα φύλλα που κουνιούνται πάνω στα δέντρα και στα πεζοδρόμια και νομίζω πως χορεύω μαζί τους."
Πέτρος Δ΄τάξη Δημοτικού



Ευχαριστούμε θερμά:
Τη Διοίκηση καθώς επίσης και τη Διεύθυνση του τμήματος Κοινωνικής Εργασίας, του Α.Ο.Ν.Α. "Ο Άγιος Σάββας", για την εμπιστοσύνη τους στο έργο μας.


Την κυρία Ελένη Κάβουρα για την ευγενική της χορηγία στην κάλυψη των εξόδων της παρούσας έκδοσης.

Μαργαρίτα Ράντεβα
Χριστίνα Κόλλια

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2011

Ο γιός της χρυσής βροχής

"Ο δρόμος δεν είναι στον ουρανό. Ο δρόμος είναι στην καρδιά" Πλάτωνας



Κάποτε... όπως τώρα όπως παλιά... χρυσή βροχή ξεχύθηκε από το ανοιχτό παράθυρο, στο δωμάτιο της όμορφης Δανάης. Η βροχή αγκάλιασε τη νύχτα και το κορμί της. Έτσι γεννήθηκε ο Περσέας, γιός του Δία. Κι επειδή τα πάθη των ανθρώπων, όπως και των θεών, ακόμα ίδια είναι, η μοίρα του Περσέα έγραψε στο εξώφυλλο του μύθου του: ανεπιθύμητος και δοξασμένος. Και οι δοκιμασίες που πέρασε, ήταν σκληρές κι αμέτρητες.

Κάθε φορά που το κουράγιο του Περσέα σωνόταν, περιπλανιόταν ως την άκρη του μύθου του,  αναζητώντας τον πατέρα του.

«Πατέρα, πού αναβλύζει η χρυσή σου βροχή;» ρώτησε για πρώτη φορά όταν ήταν ακόμα μωρό.
«Στη Σέριφο» απάντησε ο Δίας, σπρώχνοντας στη θάλασσα το ξύλινο κιβώτιο, που ο βασιλιάς του Άργους Ακρίσιος είχε φυλακίσει  τον ανεπιθύμητο Περσέα μαζί με τη μητέρα του Δανάη.

«Πατέρα, πού κρύβεις τη χρυσή σου βροχή;» ρώτησε ξανά, ο Περσέας, όταν ο Πολυδεύκης - βασιλιάς της Σερίφου ερωτεύτηκε την όμορφη Δανάη και μηχανευόταν τρόπους να διώξει τον ανεπιθύμητο γιο της.
«Στο σακί που θα βάλεις το κεφάλι της Μέδουσας» απάντησε ο βασιλιάς των θεών κι αμέσως έστειλε μαντάτο στην Αθηνά να δώσει στο γιο του την ασπίδα της και μήνυσε στον Ερμή να του δανείσει τα φτερωτά του σανδάλια.

Όταν μετά από περιπέτειες, ο Περσέας, κατάφερε να ξεγελάσει τη Μέδουσα Γοργώ και να της πάρει το κεφάλι, το έβαλε στο μαγικό του σάκο όπως τον είχε διατάξει ο πατέρας του. Την ώρα που ξέπλενε στη θάλασσα το χρυσό νικηφόρο σπαθί του, ρώτησε:

«Πατέρα, πού κανακεύεις τη χρυσή σου βροχή;»
«Στην αγκαλιά της Ανδρομέδας που θα γίνει γυναίκα σου» είπε εκείνος και φυσώντας, ίδιος θεός και βασιλιάς, ταξίδεψε τον Περσέα, με τα φτερά του Πήγασου, στα βράχια της Αιθιοπίας. Εκεί, αλυσοδεμένη, η πεντάμορφη Ανδρομέδα, υπέμεινε καρτερικά την τιμωρία του Ποσειδώνα. Ο Περσέας, ερωτεύτηκε την Ανδρομέδα αμέσως μόλις την είδε, κι ο έρωτάς του τον έκανε ακόμα πιο γενναίο. Ατρόμητο. Και πάλεψε με το Δράκοντα, που είχε αποστολή να κατασπαράξει την Ανδρομέδα, σε μάχη σκληρή κι άνιση. Ώσπου τον νίκησε κι ελευθέρωσε την Ανδρομέδα.

«Πατέρα, πού δοξάζεις τη χρυσή σου βροχή;» ρώτησε ο Περσέας, όταν ο Πολυδεύκης και οι σύντροφοί του τιμωρήθηκαν κι έγιναν πέτρες στη Σέριφο επειδή αμφισβήτησαν ότι, ο Περσέας, κατάφερε να αποκεφαλίσει τη Μέδουσα Γοργώ.
«Στα τείχη των Μυκηνών» απάντησε ο νεφεληγερέτης.

Και πέρασαν τα χρόνια κι άφησαν πίσω τους τα βάσανα του ανεπιθύμητου Περσέα. Δοξασμένος βασιλιάς πια στην Τίρυνθα, ο Περσέας, περπάτησε μια νύχτα ως την άλλη άκρη του μύθου του, πιο άκρη δεν είχε, ρωτώντας τον πατέρα του:

«Πατέρα, πού βρίσκεται η δική μου χρυσή βροχή;»
«Στους τρανούς άθλους σου, που εγώ ο πατέρας σου τους έστεψα με τιμή μεγάλη, γενάρχη της γενιάς του Ηρακλή.»

Ο Περσέας άπλωσε τη ματιά του στο σύμπαν, που η ομορφιά του δεν είχε ούτε αρχή ούτε άκρη. Σκέφτηκε πόσο λίγο τον ένοιαζε αν ήταν γενάρχης και βασιλιάς, μπροστά στην αγάπη της Ανδρομέδας. Κι έκανε μια ευχή: να είναι για πάντα μαζί της. Κι ένας στεναγμός βαθύς και λυπημένος ξεπήδησε από τα σπλάχνα του. Κι ήταν τόση η θλίψη του που τα τριγύρω αστέρια έγιναν θρύψαλα. Κι άρχισαν να στροβιλίζονται και να πέφτουν στη γη. Ήταν τόσα πολλά και στροβιλίζονταν τόσο γρήγορα, που ο Περσέας με δυσκολία κατάφερε να διακρίνει τις ευχές που ήταν χαραγμένες πάνω τους. Όσοι άνθρωποι έτυχε να ξαγρυπνούν, εκείνη τη αλλιώτικη νύχτα, άνοιξαν διάπλατα τα χέρια τους κι η αγκαλιά τους γέμισε θαύματα. Τα σκοτεινά πρόσωπα φωτίστηκαν. Ξεπλύθηκαν στη χρυσή βροχή. Μαραμένα χαμόγελα άνθισαν, σαν αυγουστιάτικα νυχτολούλουδα. Ο Περσέας μαγεύτηκε πιο πολύ κι απ' τους ανθρώπους. Γαλήνεψε. Ήταν η δεύτερη φορά που ένιωθε τόσο ευτυχισμένος. Η πρώτη ήταν όταν ερωτεύτηκε την Ανδρομέδα και την έκανε δική του.

«Πατέρα, αυτό που στ' αλήθεια λαχταράει η δική μου καρδιά είναι να γίνω ένα αστέρι πλάι στ' αστέρι της Ανδρομέδας. Εκπλήρωσε την ευχή μου και δώσε μου τρεις νύχτες μοναχά, το χρόνο, να πραγματοποιώ τις επιθυμίες - των ανεπιθύμητων. Είναι η μόνη χάρη που σου ζητώ.»

Έτσι κι έγινε. Κι από τότε όσοι λένε πως πιστεύουν στα θαύματα ξαγρυπνούν στα φανερά, όσοι λένε πως δεν πιστεύουν ξαγρυπνούν στα κρυφά,  κάνοντας ευχές. Τρεις νύχτες το χρόνο.

Χ.Κ.

Τετάρτη, 4 Μαΐου 2011

Ένας μικρός θεός

"΄Αργησα τόσο την πορεία μου στον κόσμο, που ήρθε το σούρουπο κι' έχασα τον δρόμο μου για πάντα" Σαίξπηρ


Κάποτε... όπως τώρα... όπως παλιά... ήταν ένας μικρός θεός.
Ένας μικρός θεός που σιχαινόταν τους καθρέφτες.
Το σώμα του ήταν ένα περίτεχνο - λασπογλυπτό και στην τρύπα της καρδιάς του μπαινόβγαινε ένα λευκό σύννεφο.
Όταν το σύννεφο στριμωχνόνταν μέσα στην καρδιά του, ανηφόριζε στον ουρανό για να ξαποστάσει. Τότε, ο μικρός θεός, πήγαινε κορδωτός-κορδωτός στην καλοκαιρινή όχθη του Μέγα-Ποταμού, έλιαζε με τις ώρες το λασπογλυπτό σου σώμα και μόλις η λάσπη στέγνωνε για τα καλά, σηκωνόταν κι έλεγε φωναχτά:
«Είμαι πιο όμορφος κι από την ίδια την ομορφιά! Πιο έξυπνος κι από την ίδια την εξυπνάδα! Πιο παντοτινός κι από την ίδια την αιωνιότητα!» Μετά, ατένιζε όσο πιο μακριά μπορούσε και χαιρετούσε, κουνώντας με έπαρση το χέρι του.

Κάποιες φορές, ένα χάδι τύλιγε τη μετέωρη-στεγνή του παλάμη. Αμέσως, ο μικρός θεός, θυμόταν τη μία και μοναδική φορά που δεν έδιωξε το χάδι. Ήταν τον καιρό που σύχναζε στην όχθη της άνοιξης. Παραλίγο να λιώσει τότε. Είχε νιώσει πως άλλαζε μορφή, πως μεγάλωνε η τρύπα της καρδιάς του κι αυτό, δεν του άρεσε καθόλου. Από τότε λοιπόν, όσες φορές τον ακουμπούσε το χάδι, έκλεινε τα μάτια του, τίναζε απότομα την παλάμη του και συνέχιζε ανενόχλητος να χαιρετάει το μακρινό ορίζοντα.

«Ποιόν χαιρετάς;» τον ρωτούσε η γερακίνα, με τα ασημόχρυσα φτερά, αυτή που φύλαγε τα σύνορα του Μέγα-Ποταμού απ΄άκρη-σ΄ άκρη.
«Χα! Τι ερώτηση είναι αυτή; Την ομορφιά του κόσμου χαιρετώ! Τόσο μακρινή και τόσο ιδανική! Άτρωτη κι αθάνατη! Σαν εμένα! Με κοροϊδεύεις, δε βλέπεις;»
«Όχι. Δε βλέπω τίποτα απ’ όσα μου λες» του απαντούσε η γερακίνα και συνέχιζε το ψηλοπέταγμά της.
Ο μικρός θεός χάζευε με απορία τη γερακίνα κι όταν την έχανε από τα μάτια του ξεχνούσε πολύ γρήγορα, ακόμα και την ύπαρξή της.

Μόλις το σύννεφο γυρνούσε στην καρδιά του, φέρνοντας μαζί του ένα φρέσκο κομμάτι ουρανό, ο μικρός θεός πήγαινε νυχοπατώντας στην ανοιξιάτικη όχθη του Μέγα-Ποταμού. Εκεί, όλοι κάτι έφτιαχναν και παρ’όλο που ήταν πολύ απασχολημένοι για να τον προσέξουν, ο μικρός θεός για να είναι σίγουρος πως δε θα τον δουν, κρυβόταν στους ακρόλιθους με τα βρύα. Τα δάκρυά του κυλούσαν με ορμή πάνω στο λασπογλυπτό του σώμα. Όσο η λάσπη τον νότιζε, τόσο εκείνος ψιθύριζε απελπισμένα:
«Τι είμαι; Ποιός είμαι... Θα μου πει ποτέ κανείς...;»
Από τα βάθη του Μέγα-Ποταμού ακουγόταν, τότε, ένα βουητό και τα νερά μεταμορφώνονταν σ’ έναν απέραντο καθρέφτη. Ο μικρός θεός, που σιχαινόταν τους καθρέφτες, βάζοντας όλη του τη δύναμη, σήκωνε το κεφάλι του ψηλά. Σφάλιζε τα μάτια του, κατάπινε όσα δάκρυα του είχαν απομείνει και ξόρκιζε το μακρινό ορίζοντα. Τον ξόρκιζε και τον ικέτευε μαζί, να κάνει ένα θαύμα και να τον γλυτώσει για πάντα από τα δάκρυά του.

Τα χρόνια περνούσαν, το λευκό σύννεφο στριμωχνόταν όλο και πιο πολύ στην τρύπα της καρδιάς του μέχρι που δεν χωρούσε πια, κι έτσι έφυγε μακριά του. Από τότε, ο μικρός θεός δε ξαναβρέθηκε στην όχθη της άνοιξης.
Μόνο η γερακίνα του Μέγα-Ποταμού χαμηλοπετούσε πού και πού από πάνω του και τον κοιτούσε αμίλητη.

Ο μικρός θεός, λιαζόταν όλο και πιο πολύ στην όχθη του καλοκαιριού, αγνάντευε όλο και πιο μακριά και χαιρετούσε το μακρινό ορίζοντα όλο και πιο αδύναμα. Το λασπογλυπτό του σώμα είχε στεγνώσει τόσο, που ήταν ολόιδιο μ’ ένα απολιθωμένο κομμάτι ασέληνης ερήμου. Σαν εκείνα που ποτέ δεν τα νανούρισε η βροχή των αστεριών.

Μια νύχτα, ξέσπασε καταιγίδα στην όχθη του καλοκαιριού. Τα νερά του Μέγα-Ποταμού φούσκωσαν, άφρισαν και ξεχύθηκαν στην όχθη. Ο μικρός θεός, γεμάτος τρόμο, άρχισε να τρέχει προσπαθώντας να κρυφτεί. Ο τρόμος του θέριεψε ακόμα πιο πολύ, όταν ανακάλυψε πως του ήταν αδύνατο πια να τρέξει. Όσο κι αν προσπαθούσε, γλιστρούσε κι έπεφτε πάνω στους καθρέφτες των νερών.
Αποκαμωμένος, γονάτισε κι άρχισε να κλαίει σπαραχτικά.
«Ποιός είμαι; Τι είμαι..;»

«Ένας λασπογλυπτός θεός, είσαι...»
«Ένας μικρός θεός είμαι!» κραύγασε με τα μάτια του σφαλιχτά.
«Σαν όλους τους άλλους...»
«Εγώ δε μοιάζω με τους άλλους!»
«Γι’ αυτό και...»
«Πάψε! Μη μου μιλάς! Δε σε ξέρω! Όποιος κι αν είσαι δε θέλω να σε γνωρίσω!» .
«Είμαι ο φόβος των αξόδευτων δακρύων σου»
«.......τι σ' έφερε εδώ;»
«Μ’ έστειλε το ξόρκι του μακρινού ορίζοντα»
«Δε σε θέλω! Να φύγεις!»
«Δε γίνεται. Κάποιος πρέπει να είναι κοντά σου στις όχθες του φθινόπωρου και του χειμώνα. Στο καθρέφτισμα»

Χ.Κ.

Τρίτη, 12 Απριλίου 2011

Το γένος της πλαστελίνης

«Ο άνθρωπος είναι ένα σκοινί τεντωμένο ανάμεσα στο ζώο και τον υπεράνθρωπο, ένα σκοινί πάνω από την άβυσσο» Φ. Νίτσε



Kάποτε.. όπως τώρα.. όπως παλιά.. φασαρία ακούστηκε από το χωριό της γης. Χιλιάδες μικρά - καφέ ανθρωπάκια ξεχύθηκαν, τρέχοντας, στους έρημους δρόμους και τις άδειες πλατείες.

Η βροντή που έκαναν τα βήματά τους ήταν τόσο δυνατή που ο ήλιος πετάχτηκε από τον ύπνο του τρομαγμένος. Είχε αποκοιμηθεί πριν πολλά-πολλά χρόνια στην πιο απόμερη άκρη τ’ ουρανού, εκεί που εξορίζονται οι σοφοί και οι ήρωες, αποκαμωμένος και θυμωμένος.

Οι κόρες του οι ηλιαχτίδες κάθε λίγο και λιγάκι τον σκουντούσαν.
«Ξύπνα!» του έλεγαν.
«Παντού έχει μισοσκόταδο από τότε που κοιμήθηκες. Δεν μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα χωρίς εσένα».
«Αφήστε με ήσυχο» μουρμούριζε εκείνος μεσ’ τον ύπνο του.
«Βαρέθηκα! Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου οι άνθρωποι προσπαθούν να με κρύψουν. Τους αρέσει να ζουν στη σκιά. Πολύ τους είναι, ακόμα και το μισοσκόταδο» έλεγε κι άλλαζε πλευρό.

«Μα, από τότε που κοιμήθηκες δεν υπάρχουν άνθρωποι στη γη. Μόνο κάτι μικρά - καφέ ανθρωπάκια υπάρχουν» επέμεναν εκείνες αλλά ο ήλιος ροχάλιζε τόσο δυνατά λες και το έκανε επίτηδες για να μην τις ακούσει. Οι σοφοί και οι ήρωες που βρίσκονταν τριγύρω του κοίταζαν, κάθε φορά, τις ηλιαχτίδες με θλίψη κι έσκυβαν με απελπισία το κεφάλι. Είχαν μείνει ξάγρυπνοι κι αμίλητοι από τότε που ήλιος αποφάσισε να κοιμηθεί.

Αυτή τη φορά όμως ο ήλιος ξύπνησε ήθελε - δεν ήθελε. Πετάχτηκε όρθιος από τη δυνατή φασαρία, έτριψε στα γρήγορα τα μάτια του κι έσκυψε, ανήσυχος, να δει τι γίνεται στη γη.Έμπειρος όπως ήταν έριξε μια ματιά απ’ άκρη - σ’ άκρη κι αμέσως φούντωσε. Έγινε τόσο κόκκινος, από την ταραχή του, που οι σοφοί και οι ήρωες που στέκονταν γύρω του έκαναν μερικά βήματα πιο κει για να μην τους τσουρουφλίσει.

Πρώτη του φορά αντίκριζε ο ήλιος τέτοιο θέαμα. Πρώτη του φορά έβλεπε τέτοια ασχήμια στη γη. Τόση ερημιά. Τόση σκοτεινιά. Το χειρότερο απ’ όλα ήταν αυτό το θεόρατο γκρίζο κτίριο με τους λιγοστούς φεγγίτες που βρισκόταν στο κέντρο της. Ήταν τόσο μεγάλο που μόνο από τον ουρανό μπορούσε κάποιος να δει από πού άρχιζε και πού τέλειωνε. Σε μια μικρή ταμπέλα που υπήρχε στη είσοδο, κρυμμένη πίσω από βρώμικα πλαστικά φυτά, έγραφε: "Εργοστάσ-ξ-ιο πλαστελίνης".

«Τι είναι αυτό που βλέπω;;» βροντοφώναξε ο ήλιος κι αγριοκοίταξε τις κόρες του. Εκείνες ταράχτηκαν και στριμώχτηκαν η μια πλάι στην άλλη κάτω από το δέντρο της βροχής.
«Οι περισσότεροι άνθρωποι εκεί γεννιούνται, εκεί ζουν, κι εργάζονται από τότε που κοιμήθηκες. Είναι το γένος της πλαστελίνης» είπαν οι σοφοί κι αντάλλαξαν απελπισμένες ματιές με τους ήρωες.

Το ποδοβολητό από τα μικρά-καφέ ανθρωπάκια έγινε ακόμα πιο δυνατό και η σκόνη που σηκώθηκε από το τρεχαλητό και τις φωνές τους έφτασε μέχρι τον ήλιο.
Ο ήλιος, που κατά βάθος αγαπούσε τη γη περισσότερο απ' όλους τους πλανήτες, ένιωσε πως δεν τον κρατούσαν τα πόδια του. Σωριάστηκε πάνω σε μια τζίβα από σύννεφα κι άρχισε να κλαίει μ’ αναφιλητά.

«Γιατί τρέχουν; Γιατί φωνάζουν; Τι ζητάνε..;» ψιθύρισε με σπασμένη φωνή μετά από λίγη ώρα.
«Ο έρωτας, δεν άντεξε άλλο αυτή τη κατάντια των ανθρώπων, τους ξεσήκωσε και ψάχνουν να σε βρουν» είπαν οι ήρωες, πιάστηκαν χέρι-χέρι με τους σοφούς και βούτηξαν όλοι μαζί στο στρόβιλο της σκόνης που οδηγούσε στη γη.

Χ.Κ.



Σάββατο, 2 Απριλίου 2011

2 Απριλίου - Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου

Χανς Κρίστιαν Άντερσεν

Ένα ασχημόπαπο, με ταπεινή καταγωγή, γεννήθηκε, στις 2 Απριλίου του 1805, σ’ ένα χωριό της Δανίας. Το ασχημόπαπο είχε πολύ δύσκολα παιδικά χρόνια. Ήταν όμως χαρισματικό, γενναίο και πεισματάρικο, γι’ αυτό και δεν το έβαλε ποτέ κάτω. Τα πρώτα του ταξίδια τα έκανε στην Ποίηση, γράφοντας τα δικά του ποιήματα. Ύστερα αποφάσισε να γυρίσει τον κόσμο και να γράψει για τις ομορφιές του. Ακόμα και στην Ελλάδα έφτασε. Μαγεύτηκε από την Ακρόπολη και τον Κεραμεικό, ζωγράφισε την Καπνικαρέα.

Το ασχημόπαπο έκανε ότι μπορούσε αλλά κανένας δεν του έδινε ιδιαίτερη σημασία, κάποιοι μάλιστα το κορόιδευαν. Έτσι, ανακάλυψε ότι όλα τα μυστικά της ζωής κρύβονται μέσα στα παραμύθια. Κι αποφάσισε να γράψει τα δικά του. Κι ήταν τόσο αληθινά τα παραμύθια του, που το ασχημόπαπο έγινε ο Κύκνος των παραμυθιών.

Αν κι έχουν περάσει τόσα πολλά χρόνια από τη μέρα που ο Κύκνος έφυγε για την «αιώνια χώρα του παραμυθιού», κανένας δεν τον ξέχασε. Γιατί ποτέ δεν έλειψαν από τον κόσμο, «τα ασχημόπαπα», «τα κοριτσάκια με τα σπίρτα», «οι βασίλισσες του χιονιού» και «τα μολυβένια στρατιωτάκια».

Χ.Κ.

Η Καπνικαρέα ζωγραφισμένη από τον Άντερσεν το 1841

Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2011

"Οδύσσειος Έρως" - Γ΄Βραβείο Ποίησης 31ου Διεθνούς Διαγωνισμού ΔΕΕΛ





Σαρκία
των θνητών αιχμαλωσίες.
Έρωτα εσύ,
άγιε πολεμιστή.

M’ Ομηρικές δοξαστικές ακροστιχίδες
μακραίνει ο Οδυσσέας κ’ οι μνηστήρες
της Πηνελόπης αρματώνουν το φιλί.

Iθάκη
των ψυχών ακροβασία.
Πάθος εσύ,
τρισάγιο και σπονδή.

Με απολλώνεια φωνή και φωταψία
αλυσοδένονται οι σειρήνες κ’ η Πυθία
των μυστικών ξορκίζει τη σιωπή.

Φως που αντέχει στα γραμμένα
Σκοτάδι που ξεφτίζει στον καιρό
Μ’ ένα χρησμό ταξίδεψα σε σένα
Ανάθημα στο μέγα σ’ αγαπώ

Χ. Κ.

Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011

Τα «παραμύθια» της Ελπίδας

*Αφιερωμένο σ’ ένα καλό φίλο που ειδικεύεται στην Ανθρωπολογία και τον ευχαριστώ για την αιτία και την αφορμή αυτού του μύθου


Κάποτε.. όπως τώρα.. όπως παλιά.. ταραχή απλώθηκε στη γειτονιά της Ελπίδας.
Η Ελπίδα είχε να φανεί μέρες, ίσως και μήνες, μπορεί και χρόνια. Κανένας όμως δε θυμόταν γιατί κανένας δεν την είχε αναζητήσει. Κανένας δεν είχε ρωτήσει πού βρίσκεται και τι κάνει. Κάποιοι μάλιστα, σε προηγούμενους καιρούς, έλεγαν ότι τους έκανε καλό που δεν την έβλεπαν πια γιατί η παρουσία της και τα όσα έλεγε στις επισκέψεις της  έκαναν τους ανθρώπους να πιστεύουν στα παραμύθια.

«Μεγαλώσαμε για να πιστεύουμε στα παραμύθια κυρα-Ελπίδα. Ο κόσμος δεν αλλάζει. Ήταν, είναι και θα είναι σκληρός κι άδικος. Κι εσύ μας παραπλανάς. Μας λες ότι όλα μπορούν να αλλάξουν αρκεί να το πιστέψουμε. Κι εμείς κάποτε σε πιστέψαμε. Και τίποτα δεν έγινε. Μάλλον σε κακό μας βγήκε. Πήγαινε σε κανένα νηπιαγωγείο να περάσεις την ώρα σου λέγοντας τα παραμύθια σου γιατί ούτε τα παιδιά του Δημοτικού δε σε πιστεύουν πια! Να φύγεις και να μην ξαναπατήσεις εδώ!» της είπαν γεμάτοι θυμό οι άνθρωποι την τελευταία φορά που την είδαν. Η Ελπίδα, χωρίς να μιλήσει, κατέβασε το κεφάλι κι απομακρύνθηκε σέρνοντας το βήμα της.

Από τότε οι άνθρωποι περνούσαν τις μέρες τους τόσο ατάραχα όσο κι αδιάφορα. Ότι κι αν γινόταν γύρω τους, τους άφηνε ασυγκίνητους. Είχαν μεγαλώσει αρκετά και μαζί τους είχε μεγαλώσει και η βεβαιότητα πως τίποτα δεν αλλάζει.
«Όσο ξέρουμε ότι ο Χειμώνας θα έρχεται πάντα στην ώρα του και η Άνοιξη το ίδιο, άλλο τόσο ξέρουμε ότι τίποτα-μα τίποτα, δεν αλλάζει» έλεγαν όταν μιλούσαν μεταξύ τους, κάτι που γινόταν όλο και πιο σπάνια.

Αρκετοί από αυτούς, μάλιστα, μέχρι και τα παιδιά τους ζόρισαν να μεγαλώσουν γρήγορα για να μη τα βρει η Ελπίδα και τα ξεγελάσει. Κανένας δεν αντιστεκόταν σ’ ότι κακό  συνέβαινε, κανένας δεν κόπιαζε για το καλό, αφού όλοι πίστευαν πως τίποτα δεν μπορεί ν’ αλλάξει. Έτσι, σιγά-σιγά και χωρίς κανείς να το καταλάβει, ο κόσμος γέμισε γέρους με άδεια μάτια κι ενήλικα παιδιά με πετρωμένες καρδιές. Οι πλατείες και οι παιδικές χαρές είχαν όλο και λιγότερο κόσμο. Μόνο στα παράθυρα έβλεπες μισοτραβηγμένες κουρτίνες. Ο ένας παραφυλούσε τον άλλο, επειδή υπήρχαν κάποιοι λίγοι που δεν συμφωνούσαν μ’ όλα αυτά και οι υπόλοιποι φοβόντουσαν μήπως  οι αποστάτες φέρουν την Ελπίδα πίσω.

Σήμερα, όμως, στη γειτονιά της Ελπίδας απλώθηκε μεγάλη ταραχή. Άνθρωποι απ’ όλες τις γωνιές της γης έφταναν τρέχοντας για να τη συναντήσουν. Την έψαχναν, τη φώναζαν, αλλά εκείνη πουθενά. Χοντρές στάλες από ιδρώτα είχαν πλημμυρίσει τα πρόσωπά τους που ήταν γεμάτα αγωνία. Μιλούσαν μεταξύ τους και προσπαθούσαν να βρουν τρόπους για να τους ακούσει η Ελπίδα και να εμφανιστεί.

«Τι καλό σας φέρνει στα μέρη μας;» ακούστηκε ξάφνου κι όλοι γύρισαν να δουν.
«Ελπίδα, εσύ;» ρώτησαν όλοι με χτυποκάρδι.
«Είμαι η αδελφή της, η Πίστη. Η Ελπίδα έχει κλειστεί στο σπίτι από τότε που τη διώξατε κι εγώ έμεινα κοντά της να τη φροντίζω για να μην πεθάνει» είπε θλιμμένη η Πίστη και συνέχισε: «Τι συμβαίνει και ήρθατε στη γειτονιά μας;»
«Τελειώνει ο Μάιος και η Άνοιξη δεν ήρθε ακόμα… ο φετινός Χειμώνας είναι ατέλειωτος, κρύος κι ο πιο σκοτεινός που ζήσαμε ποτέ… μας τέλειωσαν οι προμήθειες… η γη δε φαίνεται να έχει ετοιμαστεί για νέους καρπούς… αν συνεχιστεί αυτό θα πεθάνουμε όλοι από την πείνα…» ακούστηκαν ξέπνοες φωνές σ’ όλες τις γλώσσες.
«Σε τι μπορεί να βοηθήσει η Ελπίδα;»
«Να μας δείξει τον τρόπο ν’ αλλάξουμε πίστη, αλλιώς ο Χειμώνας δε θα φύγει ποτέ…»
«Τον τελευταίο καιρό περνάμε ατέλειωτες ώρες στις βιβλιοθήκες, είναι το μόνο που μας απέμεινε, και μελετώντας παλιά βιβλία προσπαθούμε να δώσουμε λύση στο πρόβλημα…» συνέχισαν με απόγνωση οι άνθρωποι.
«Και τι ανακαλύψατε;» ρώτησε σκεπτική η Πίστη.
«Πως μόνο η Ελπίδα μπορεί να μας φέρει κοντά σ’ εσένα, Πίστη, για ν’ αλλάξουμε τα πράγματα. Να ξαναγίνουν τα παιδιά μας-παιδιά, να διώξουμε τη βεβαιότητα πως τίποτα δεν αλλάζει και μαζί της να διώξουμε τον Χειμώνα…»
Η Πίστη δεν απάντησε και σιωπή απλώθηκε ολόγυρα.

Μετά από λίγη ώρα ακούστηκε ένα σούρσιμο από κουρτίνα που άνοιγε. Η Ελπίδα βγήκε στο παράθυρο κι ένα χελιδόνι φτερούγισε μέσ’ από τα χέρια της. Το χελιδόνι έκανε δυο-τρεις κύκλους πάνω από τους ανθρώπους. Ύστερα κάθισε τιτιβίζοντας πάνω στον ώμο της Πίστης κι από το βάθος του κάμπου έφτασε μια μοσχοβολιά από άνθη κερασιάς.

Χ. Κ.

 Ο πίνακας είναι του Χριστόδουλου Γκαλτέμη
 




<a href="http://www.sync.gr/claim/vaCb8jxTNp0K" rel="sync"></a>

Σάββατο, 12 Μαρτίου 2011

Η λίμνη των ευχών

"Ποια ‘ναι η πιο αντρίκια χαρά; Ν’ αναλαβαίνεις την πάσα ευθύνη" Ν. Καζαντζάκης



Κάποτε.. όπως τώρα.. όπως παλιά.. ήταν ένας άνεμος.
 Ταξιδιάρης, σα τσιγγάνος. Σοφός, σαν όνειρο.
 
Τις μέρες, του άρεσε να τρυπώνει στις παρέες που έφτιαχναν τα σύννεφα. Παίζοντας μαζί τους τα έσπρωχνε μπροστά στον ήλιο. Καλόπιανε τα πιο μικρά και τα πιο άτακτα και του τα κρεμούσε σκουλαρίκια. Αμέσως μετά, σκαρφάλωνε γρήγορα-γρήγορα στο φως της πιο μακρινής αχτίδας και πετούσε στον ήλιο χάρτινες σαϊτες, γεμάτες λόγια παλιάς - αλήθειας.  Ο ήλιος θύμωνε που τον κορόιδευε ο άνεμος κι ο άνεμος τρανταζόταν στα γέλια με τα παθήματά του ήλιου.

Τις νύχτες, ο άνεμος έπαιρνε στο κατόπι τις περαστικές βροχές, τις κερνούσε υποσχέσεις γεμάτες θάλασσα και τις έβαζε να του πουν τις ιστορίες τους, καθώς τις στροβίλιζε σ’ όλων - των λογιών τους χορούς, μέχρι το ξημέρωμα. Οι βροχές μεθούσαν κι εκλιπαρούσαν τον άνεμο να εξατμίσει τις στάλες τους και να τις πάρει για πάντα μαζί του.  Εκείνος, τότε, τις κοιτούσε σκανταλιάρικα κι αφού έκανε μια βαθειά υπόκλιση, απομακρυνόταν φυσώντας χαμόγελα κι ερωτολόγα. Κι όταν κανένας δεν τον έβλεπε πια, πήγαινε τρέχοντας να ξαποστάσει στο κρησφύγετό του, μια βουνοκορφή απέναντι από το σπίτι του Θεού.

 Ανάμεσα στη βουνοκορφή του άνεμου και το σπίτι του Θεού, βρισκόταν μια μικρή-βαθειά λίμνη. Η λίμνη των ευχών. Ο άνεμος ποτέ δεν τόλμησε να βουτήξει στα νερά της. Προτιμούσε να πετάει βότσαλα, από ψηλά, με λέξεις - καινούργιες, που είχε χαράξει ο ίδιος. Ήταν τόσο σίγουρος πως η λίμνη είχε φτιαχτεί για να καταπίνει τις ευχές που την τάιζε γενναιόδωρα.

 Μονάχα τις φορές που το φεγγάρι χαρεντιζόταν με τ’ άστρα, ο άνεμος κρυβόταν πίσω από πυκνές φυλλωσιές και χωρίς καν να ανασαίνει, το ακολουθούσε λυπημένος - όπου κι πήγαινε. Το φεγγάρι ήταν ό,τι αγαπούσε με αφοσίωση, ο άνεμος, και το μόνο που τον γέμιζε τόσο μεγάλη θλίψη. Χρόνους αμέτρητους  έψαχνε να βρει το λόγο της αγάπης και της θλίψης αυτής μα, ποτέ, δεν τα κατάφερε. Έμπαινε σα σίφουνας σε καταπακτές γεμάτες βιβλία που πειρατές είχαν φυλάξει σ’ απόκρυφες σπηλιές και που μόνο ένας τσιγγάνος - άνεμος θα μπορούσε να περάσει μέσα από τις λεπτές χαραμάδες τους. Καθάριζε μ’ένα φύσημα τις σκονισμένες σελίδες και τις ρωτούσε γεμάτος αγωνία να του πουν γιατί η μοναδική του αγάπη του προξενεί τόση θλίψη. Όμως, καμιά - ποτέ δεν του απάντησε, ή έτσι ήθελε να νομίζει ο άνεμος.

 Μια νύχτα το φεγγάρι έστησε χορό κι άρχισε να βγάζει τα πέπλα με τις φεγγαρόπετρες γιατί το βάραιναν. Ο άνεμος έπεσε σε μεγάλη θλίψη. Ίσως τη μεγαλύτερη που θυμόταν ποτέ. Προσπάθησε απεγνωσμένα να πιάσει ένα πέπλο, να το κρατήσει για πάντα δικό του. Όμως η γη είχε απλώσει τα χέρια της, μάζευε γρήγορα-γρήγορα τα πέπλα του φεγγαριού και τα τύλιγε ολόχαρη γύρω της. Ο άνεμος δε μπορούσε να πατήσει στη γη. Ποτέ του δεν το είχε κάνει. Δεν ήξερε τον τρόπο.

Γεμάτος απόγνωση, πήρε μια μεγάλη ανάσα και βούτηξε για πρώτη φορά στη λίμνη των ευχών. Έμεινε ακίνητος κάτω από το νερό ζητώντας μέσ’ από τα βάθη της ανεμένιας καρδιάς του να γινόταν ένα θαύμα που θα λύτρωνε τη θλίψη - της αγάπης του. Σκέφτηκε για μια στιγμή πως αν και τούτη τη νυχτιά δεν τα κατάφερνε στ’ αλήθεια να λυτρωθεί. τουλάχιστον ας ονειρευόταν πως λυτρώθηκε, χωρίς, όμως, να κοιμηθεί. Το μόνο που φοβόταν, ο άνεμος, ήταν ο ύπνος.  Γι’ αυτό και σπάνια κοιμόταν.
 
 «Καλησπέρα άνεμε...»

Η φωνή που ακούστηκε ήταν όμοια με μελωδία άρπας. Ο άνεμος ταράχτηκε και ρίγησε μαζί όταν μια μυρωδιά από νοτισμένο  νυχτολούλουδο άγγιξε το μάγουλό του.  Η φωνή με το άρωμα του νυχτολούλουδου κολυμπούσε ολόγυρά του. Όλο και πιο σιμά του, μέχρι που τον τύλιξε σα δίχτυ. Ο άνεμος σάστισε. Χωρίς ν’ανοίξει τα μάτια του, ρώτησε:
 «Τι είσαι εσύ;»
 «Η ευχή σου, άνεμε.»
 «Και γιατί είσαι τόσο κοντά μου; Γιατί τυλίχτηκες γύρω μου;»
 «Πάντα είμαι τόσο κοντά σου. Απόψε, όμως, είναι η πρώτη φορά που αποφάσισες να με δεις.»
 «Κι εσύ, γιατί φανερώθηκες;»
 «Γιατί εσύ το ζήτησες.»
 «Με πνίγεις! Φύγε...»
 «Θα σου χαρίσω το φεγγάρι και θα φύγω. Απόψε θα γίνει δικό σου. Θα το κουβαλάς όπου κι αν πας και θα του μιλάς για την αγάπη. Για την αγάπη που του έχεις. Μόνο έτσι θα γιάνεις απ’ τη θλίψη.»
 «Θα κουβαλάω παντού το φεγγάρι;»
 «Aιώνες τώρα, λαχταράς να το αποκτήσεις.»
 «Δεν είναι βαρύ για μένα;»
 «Ίσως. Πρέπει όμως ν’ αποφασίσεις, τώρα, τι σου είναι πιο σπουδαίο. Η αντοχή σου, ή η επιθυμία σου;»
 «Η ευχή μου…» ψιθύρισε ο άνεμος και κουλουριάστηκε χωρίς αντίσταση μέσα στο δίχτυ της ευχής.

 Χ. Κ.

 

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011

Παραμυθίας γένεση

"Η λογοτεχνία είναι απόδειξη πως η ζωή δεν είναι αρκετή" Φερνάντο Πεσσόα


Κάποτε.. όπως τώρα.. όπως παλιά.. ο μικρός λευκός άγγελος άνοιξε το λεξικό του. Έτσι στην τύχη. Όταν το φθινόπωρο έσμιγε, στο σταυροδρόμι των εποχών, με το χειμώνα, έπρεπε να κάνει ένα δώρο που θα ζέσταινε τους ανθρώπους, κι αυτό έκανε. Ήταν, βλέπετε, ο άγγελος των δώρων της σοφίας.

Την πρώτη, λοιπόν, λέξη που συναντούσε, την πασπάλιζε με αγγελοζάχαρη γιατί ήταν η μόνη ζάχαρη που δεν έλιωνε ποτέ και την τύλιγε με το φως της αυγής για να μη θαμπώσει ούτε μισή φορά. Μετά τη δίπλωνε σα σαϊτα, και την έριχνε πάνω στην καρδιά της γης. Η γη, κάθε που γινόταν αυτό, σκιρτούσε από τη χαρά της γιατί ήξερε ότι οι άνθρωποι θα είχαν μιαν ακόμα ευκαιρία να γίνουν πιο σοφοί και πιο ευτυχισμένοι.

Η λέξη που εμφανίστηκε, αυτή τη φορά, μπρος στα μάτια του μικρού λευκού άγγελου, ήταν η Παραμυθία. Τη συλλάβισε, τη διάβασε ξανά και ξανά.
«Όμορφη λέξη» σκέφτηκε «και μεγαλούτσικη»
«Τι θα πει Παραμυθία;» τον ρώτησε  το κόκκινο λουλούδι που βρισκόταν πλάι του.
«Παρηγοριά. Κάτι που εσύ κι εγώ δεν θα χρειαστούμε ποτέ. Άλλο οι πολίτες του παράδεισου κι άλλο της γης» απάντησε ο μικρός λευκός άγγελος, χαμογέλασε κι ακούμπησε ένα πεταχτό φιλί πάνω στο λουλούδι που έγινε ακόμα πιο κόκκινο από τη ντροπή του.

Όταν η σαϊτα με το δώρο της Παραμυθίας έφτασε στην καρδιά της γης, εκείνη κοιμόταν. Η Παραμυθία στάθηκε απαλά πάνω της  κι έσκυψε ν’ αφουγκραστεί τους χτύπους της. Άλλες στιγμές χτυπούσαν πολύ γρήγορα λες και γινόταν πόλεμος, άλλες αργά και σταθερά λες κι όλα δούλευαν ρολόι   και κάποιες άλλες σταματούσαν εντελώς, οι χτύποι, σα να είχε πεθάνει.
«Περίεργα και ζαλιστικά είναι εδώ αλλά όμορφα και ζεστά μαζί» ψιθύρισαν τα γράμματα της Παραμυθίας κι άρχισαν να σχεδιάζουν την πρώτη ιστορία που θα έγραφαν.
«Κάτι που να γλυκαίνει τον πόνο» κορδώθηκε το Π γιατί ήθελε να ξεκινήσουν από κείνο.
«Κάτι που να του περισσεύει η αγάπη» πετάχτηκε το διπλανό Α.
«Είμαι το Ρ και βρίσκομαι στο δάκρυ. Μια ιστορία που να μιλάει για δάκρυα ευτυχίας, είναι ότι καλύτερο»
«Οι άνθρωποι υποφέρουν από την ανάγκη» διέκοψε το Ρ, το Α που στεκόταν πλάι του.
«Είμαι το Μ και πρέπει να έχω τον πρώτο λόγο για το θέμα του μύθου. Δεν έχει καμία σημασία που από σήμερα ο μύθος θα λέγεται και παραμύθι»
«Κάντε ότι θέλετε» είπε ήρεμα το Υ «έτσι κι αλλιώς εγώ πάντα θα ανεβάζω το παραμύθι ψηλά. Θα το σπρώχνω στην κορφή του»
Το Θ και το Ι πλησίασαν το Α που βρισκόταν στο τέλος και στριμώχτηκαν πάνω του.
«Θα στηρίζουμε πάντα το τελευταίο Α, όποια ιστορία κι αν γράψουμε, γιατί πρέπει να μένει αθάνατη όπως, η ίδια, η Παραμυθία. Την έχουν τόση ανάγκη οι άνθρωποι» μίλησε δειλά το Ι για λογαριασμό και των τριών.

Μόλις έγινε κι αυτό, τα γράμματα αγκαλιάστηκαν μεταξύ τους και υποσχέθηκαν να μην πούνε ποτέ ψέματα στους ανθρώπους. Το μόνο που θα έκαναν ήταν να τους μιλάνε για το όμορφο πρόσωπο της αλήθειας, όχι το άσχημο. Η καρδιά της γης κοιμόταν ακόμα και τα γράμματα της Παραμυθίας στρώθηκαν στη δουλειά. Ήθελαν μόλις ξυπνήσει, η γη, να βρει έτοιμο το πρώτο παραμύθι. Να χαρεί, να το δώσει στους ανθρώπους, να χαρούν κι αυτοί.

«Χαχα! Να’ μαι κι εγώ!»
Τα γράμματα που είχαν αρχίσει να σκαρώνουν το πρώτο παραμύθι κι είχαν απορροφηθεί, τρόμαξαν. Η φωνή που ακούστηκε ήταν στριγγιά κι άνυδρη. Γύρισαν, όλα μαζί, να δουν από που ερχόταν.
Ένας μικρός μαύρος άγγελος στεκόταν απειλητικά μπροστά τους.
«Καλώς τα παιδιά! Να ξέρατε πόσο καιρό σας περίμενα!» έκραξε με την ίδια φωνή, έκανε ένα βήμα μπρος και φύσηξε δυνατά.
Ένας κιτρινόμαυρος καπνός ξεχύθηκε από το στόμα του. Η γη ξύπνησε απότομα, σείστηκε, άνοιξε διάπλατα την καρδιά της κι έκρυψε, βαθειά στα σωθικά της, τα γράμματα που κόντευαν να λιποθυμήσουν  από το φόβο τους.
Δεν πέρασε πολλή ώρα και τα γράμματα της Παραμυθίας ηρέμησαν, ξεφοβήθηκαν μέχρι που ξέχασαν ακόμα και το τι είχε συμβεί αφού ο μικρός μαύρος άγγελος δεν εμφανίστηκε ποτέ ξανά μπροστά τους.
Από τότε πέρασαν αιώνες και αιώνες και τα γράμματα της Παραμυθίας δεν έχουν σταματήσει να γράφουν ιστορίες γεμάτες παρηγοριά.
Μόνο που, οι λεκέδες του κιτρινόμαυρου καπνού δεν έφυγαν ποτέ από πάνω τους. Κι αυτό μπερδεύει πολλές φορές τους ανθρώπους. Έτσι, μέχρι και σήμερα, πολλοί αγαπούν τους μύθους κι ακόμα περισσότεροι  αναζητούν την αλήθεια τους.

X.K.






Εξημερώνω σημαίνει κάνω δεσμούς...

..τότε εμφανίστηκε η Αλεπού.
"Καλημέρα," είπε η Αλεπού.
"Έλα να παίξουμε" πρότεινε ο Μικρός Πρίγκιπας. "Είμαι τόσο δυστυχισμένος."
"Δεν μπορώ να παίξω μαζί σου" δήλωσε η Αλεπού. "Δεν έχω εξημερωθεί."
"Συγνώμη;" είπε ο Μικρός Πρίγκιπας.
Και μετά από λίγη σκέψη, πρόσθεσε:
"Τι θα πει εξημερώνω;"
"Εξημερώνω σημαίνει κάνω δεσμούς."
"Κάνω δεσμούς;"
"Ακριβώς αυτό" είπε η Αλεπού.

Η Αλεπού κοίταξε το Μικρό Πρίγκιπα, για πολλή ώρα.

"Σε παρακαλώ εξημέρωσέ με!" είπε.
"Το θέλω πάρα πολύ" απάντησε ο Μικρός Πρίγκιπας. "Αλλά δεν έχω πολύ χρόνο. Ψάχνω για φίλους και θέλω να γνωρίσω πολλά πράγματα."
"Γνωρίζουμε μόνο τα πράγματα που εξημερώνουμε", είπε η Αλεπού. "Οι άνθρωποι δεν έχουν χρόνο να γνωρίσουν το οτιδήποτε. Αγοράζουν τα έτοιμα πράγματα από τα καταστήματα. Αλλά δεν υπάρχει κανένα κατάστημα στο κόσμο από το οποίο να μπορούν να αγοράζουν φίλους και έτσι οι άνθρωποι δεν έχουν πια κανένα φίλο. Εάν θες ένα φίλο, εξημέρωσε με..."
"Τι πρέπει να κάνω για να σε εξημερώσω;" ρώτησε ο Μικρός Πρίγκιπας.
"Πρέπει να είσαι πολύ υπομονετικός" απάντησε η Αλεπού.

Ο Μικρός Πρίγκιπας - Αντουάν ντε Σαιντ Εξυπερύ