Τρίτη, 12 Απριλίου 2011

Το γένος της πλαστελίνης

«Ο άνθρωπος είναι ένα σκοινί τεντωμένο ανάμεσα στο ζώο και τον υπεράνθρωπο, ένα σκοινί πάνω από την άβυσσο» Φ. Νίτσε



Kάποτε.. όπως τώρα.. όπως παλιά.. φασαρία ακούστηκε από το χωριό της γης. Χιλιάδες μικρά - καφέ ανθρωπάκια ξεχύθηκαν, τρέχοντας, στους έρημους δρόμους και τις άδειες πλατείες.

Η βροντή που έκαναν τα βήματά τους ήταν τόσο δυνατή που ο ήλιος πετάχτηκε από τον ύπνο του τρομαγμένος. Είχε αποκοιμηθεί πριν πολλά-πολλά χρόνια στην πιο απόμερη άκρη τ’ ουρανού, εκεί που εξορίζονται οι σοφοί και οι ήρωες, αποκαμωμένος και θυμωμένος.

Οι κόρες του οι ηλιαχτίδες κάθε λίγο και λιγάκι τον σκουντούσαν.
«Ξύπνα!» του έλεγαν.
«Παντού έχει μισοσκόταδο από τότε που κοιμήθηκες. Δεν μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα χωρίς εσένα».
«Αφήστε με ήσυχο» μουρμούριζε εκείνος μεσ’ τον ύπνο του.
«Βαρέθηκα! Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου οι άνθρωποι προσπαθούν να με κρύψουν. Τους αρέσει να ζουν στη σκιά. Πολύ τους είναι, ακόμα και το μισοσκόταδο» έλεγε κι άλλαζε πλευρό.

«Μα, από τότε που κοιμήθηκες δεν υπάρχουν άνθρωποι στη γη. Μόνο κάτι μικρά - καφέ ανθρωπάκια υπάρχουν» επέμεναν εκείνες αλλά ο ήλιος ροχάλιζε τόσο δυνατά λες και το έκανε επίτηδες για να μην τις ακούσει. Οι σοφοί και οι ήρωες που βρίσκονταν τριγύρω του κοίταζαν, κάθε φορά, τις ηλιαχτίδες με θλίψη κι έσκυβαν με απελπισία το κεφάλι. Είχαν μείνει ξάγρυπνοι κι αμίλητοι από τότε που ήλιος αποφάσισε να κοιμηθεί.

Αυτή τη φορά όμως ο ήλιος ξύπνησε ήθελε - δεν ήθελε. Πετάχτηκε όρθιος από τη δυνατή φασαρία, έτριψε στα γρήγορα τα μάτια του κι έσκυψε, ανήσυχος, να δει τι γίνεται στη γη.Έμπειρος όπως ήταν έριξε μια ματιά απ’ άκρη - σ’ άκρη κι αμέσως φούντωσε. Έγινε τόσο κόκκινος, από την ταραχή του, που οι σοφοί και οι ήρωες που στέκονταν γύρω του έκαναν μερικά βήματα πιο κει για να μην τους τσουρουφλίσει.

Πρώτη του φορά αντίκριζε ο ήλιος τέτοιο θέαμα. Πρώτη του φορά έβλεπε τέτοια ασχήμια στη γη. Τόση ερημιά. Τόση σκοτεινιά. Το χειρότερο απ’ όλα ήταν αυτό το θεόρατο γκρίζο κτίριο με τους λιγοστούς φεγγίτες που βρισκόταν στο κέντρο της. Ήταν τόσο μεγάλο που μόνο από τον ουρανό μπορούσε κάποιος να δει από πού άρχιζε και πού τέλειωνε. Σε μια μικρή ταμπέλα που υπήρχε στη είσοδο, κρυμμένη πίσω από βρώμικα πλαστικά φυτά, έγραφε: "Εργοστάσ-ξ-ιο πλαστελίνης".

«Τι είναι αυτό που βλέπω;;» βροντοφώναξε ο ήλιος κι αγριοκοίταξε τις κόρες του. Εκείνες ταράχτηκαν και στριμώχτηκαν η μια πλάι στην άλλη κάτω από το δέντρο της βροχής.
«Οι περισσότεροι άνθρωποι εκεί γεννιούνται, εκεί ζουν, κι εργάζονται από τότε που κοιμήθηκες. Είναι το γένος της πλαστελίνης» είπαν οι σοφοί κι αντάλλαξαν απελπισμένες ματιές με τους ήρωες.

Το ποδοβολητό από τα μικρά-καφέ ανθρωπάκια έγινε ακόμα πιο δυνατό και η σκόνη που σηκώθηκε από το τρεχαλητό και τις φωνές τους έφτασε μέχρι τον ήλιο.
Ο ήλιος, που κατά βάθος αγαπούσε τη γη περισσότερο απ' όλους τους πλανήτες, ένιωσε πως δεν τον κρατούσαν τα πόδια του. Σωριάστηκε πάνω σε μια τζίβα από σύννεφα κι άρχισε να κλαίει μ’ αναφιλητά.

«Γιατί τρέχουν; Γιατί φωνάζουν; Τι ζητάνε..;» ψιθύρισε με σπασμένη φωνή μετά από λίγη ώρα.
«Ο έρωτας, δεν άντεξε άλλο αυτή τη κατάντια των ανθρώπων, τους ξεσήκωσε και ψάχνουν να σε βρουν» είπαν οι ήρωες, πιάστηκαν χέρι-χέρι με τους σοφούς και βούτηξαν όλοι μαζί στο στρόβιλο της σκόνης που οδηγούσε στη γη.

Χ.Κ.



Σάββατο, 2 Απριλίου 2011

2 Απριλίου - Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου

Χανς Κρίστιαν Άντερσεν

Ένα ασχημόπαπο, με ταπεινή καταγωγή, γεννήθηκε, στις 2 Απριλίου του 1805, σ’ ένα χωριό της Δανίας. Το ασχημόπαπο είχε πολύ δύσκολα παιδικά χρόνια. Ήταν όμως χαρισματικό, γενναίο και πεισματάρικο, γι’ αυτό και δεν το έβαλε ποτέ κάτω. Τα πρώτα του ταξίδια τα έκανε στην Ποίηση, γράφοντας τα δικά του ποιήματα. Ύστερα αποφάσισε να γυρίσει τον κόσμο και να γράψει για τις ομορφιές του. Ακόμα και στην Ελλάδα έφτασε. Μαγεύτηκε από την Ακρόπολη και τον Κεραμεικό, ζωγράφισε την Καπνικαρέα.

Το ασχημόπαπο έκανε ότι μπορούσε αλλά κανένας δεν του έδινε ιδιαίτερη σημασία, κάποιοι μάλιστα το κορόιδευαν. Έτσι, ανακάλυψε ότι όλα τα μυστικά της ζωής κρύβονται μέσα στα παραμύθια. Κι αποφάσισε να γράψει τα δικά του. Κι ήταν τόσο αληθινά τα παραμύθια του, που το ασχημόπαπο έγινε ο Κύκνος των παραμυθιών.

Αν κι έχουν περάσει τόσα πολλά χρόνια από τη μέρα που ο Κύκνος έφυγε για την «αιώνια χώρα του παραμυθιού», κανένας δεν τον ξέχασε. Γιατί ποτέ δεν έλειψαν από τον κόσμο, «τα ασχημόπαπα», «τα κοριτσάκια με τα σπίρτα», «οι βασίλισσες του χιονιού» και «τα μολυβένια στρατιωτάκια».

Χ.Κ.

Η Καπνικαρέα ζωγραφισμένη από τον Άντερσεν το 1841