Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2011

"Οδύσσειος Έρως" - Γ΄Βραβείο Ποίησης 31ου Διεθνούς Διαγωνισμού ΔΕΕΛ





Σαρκία
των θνητών αιχμαλωσίες.
Έρωτα εσύ,
άγιε πολεμιστή.

M’ Ομηρικές δοξαστικές ακροστιχίδες
μακραίνει ο Οδυσσέας κ’ οι μνηστήρες
της Πηνελόπης αρματώνουν το φιλί.

Iθάκη
των ψυχών ακροβασία.
Πάθος εσύ,
τρισάγιο και σπονδή.

Με απολλώνεια φωνή και φωταψία
αλυσοδένονται οι σειρήνες κ’ η Πυθία
των μυστικών ξορκίζει τη σιωπή.

Φως που αντέχει στα γραμμένα
Σκοτάδι που ξεφτίζει στον καιρό
Μ’ ένα χρησμό ταξίδεψα σε σένα
Ανάθημα στο μέγα σ’ αγαπώ

Χ. Κ.

Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011

Τα «παραμύθια» της Ελπίδας

*Αφιερωμένο σ’ ένα καλό φίλο που ειδικεύεται στην Ανθρωπολογία και τον ευχαριστώ για την αιτία και την αφορμή αυτού του μύθου


Κάποτε.. όπως τώρα.. όπως παλιά.. ταραχή απλώθηκε στη γειτονιά της Ελπίδας.
Η Ελπίδα είχε να φανεί μέρες, ίσως και μήνες, μπορεί και χρόνια. Κανένας όμως δε θυμόταν γιατί κανένας δεν την είχε αναζητήσει. Κανένας δεν είχε ρωτήσει πού βρίσκεται και τι κάνει. Κάποιοι μάλιστα, σε προηγούμενους καιρούς, έλεγαν ότι τους έκανε καλό που δεν την έβλεπαν πια γιατί η παρουσία της και τα όσα έλεγε στις επισκέψεις της  έκαναν τους ανθρώπους να πιστεύουν στα παραμύθια.

«Μεγαλώσαμε για να πιστεύουμε στα παραμύθια κυρα-Ελπίδα. Ο κόσμος δεν αλλάζει. Ήταν, είναι και θα είναι σκληρός κι άδικος. Κι εσύ μας παραπλανάς. Μας λες ότι όλα μπορούν να αλλάξουν αρκεί να το πιστέψουμε. Κι εμείς κάποτε σε πιστέψαμε. Και τίποτα δεν έγινε. Μάλλον σε κακό μας βγήκε. Πήγαινε σε κανένα νηπιαγωγείο να περάσεις την ώρα σου λέγοντας τα παραμύθια σου γιατί ούτε τα παιδιά του Δημοτικού δε σε πιστεύουν πια! Να φύγεις και να μην ξαναπατήσεις εδώ!» της είπαν γεμάτοι θυμό οι άνθρωποι την τελευταία φορά που την είδαν. Η Ελπίδα, χωρίς να μιλήσει, κατέβασε το κεφάλι κι απομακρύνθηκε σέρνοντας το βήμα της.

Από τότε οι άνθρωποι περνούσαν τις μέρες τους τόσο ατάραχα όσο κι αδιάφορα. Ότι κι αν γινόταν γύρω τους, τους άφηνε ασυγκίνητους. Είχαν μεγαλώσει αρκετά και μαζί τους είχε μεγαλώσει και η βεβαιότητα πως τίποτα δεν αλλάζει.
«Όσο ξέρουμε ότι ο Χειμώνας θα έρχεται πάντα στην ώρα του και η Άνοιξη το ίδιο, άλλο τόσο ξέρουμε ότι τίποτα-μα τίποτα, δεν αλλάζει» έλεγαν όταν μιλούσαν μεταξύ τους, κάτι που γινόταν όλο και πιο σπάνια.

Αρκετοί από αυτούς, μάλιστα, μέχρι και τα παιδιά τους ζόρισαν να μεγαλώσουν γρήγορα για να μη τα βρει η Ελπίδα και τα ξεγελάσει. Κανένας δεν αντιστεκόταν σ’ ότι κακό  συνέβαινε, κανένας δεν κόπιαζε για το καλό, αφού όλοι πίστευαν πως τίποτα δεν μπορεί ν’ αλλάξει. Έτσι, σιγά-σιγά και χωρίς κανείς να το καταλάβει, ο κόσμος γέμισε γέρους με άδεια μάτια κι ενήλικα παιδιά με πετρωμένες καρδιές. Οι πλατείες και οι παιδικές χαρές είχαν όλο και λιγότερο κόσμο. Μόνο στα παράθυρα έβλεπες μισοτραβηγμένες κουρτίνες. Ο ένας παραφυλούσε τον άλλο, επειδή υπήρχαν κάποιοι λίγοι που δεν συμφωνούσαν μ’ όλα αυτά και οι υπόλοιποι φοβόντουσαν μήπως  οι αποστάτες φέρουν την Ελπίδα πίσω.

Σήμερα, όμως, στη γειτονιά της Ελπίδας απλώθηκε μεγάλη ταραχή. Άνθρωποι απ’ όλες τις γωνιές της γης έφταναν τρέχοντας για να τη συναντήσουν. Την έψαχναν, τη φώναζαν, αλλά εκείνη πουθενά. Χοντρές στάλες από ιδρώτα είχαν πλημμυρίσει τα πρόσωπά τους που ήταν γεμάτα αγωνία. Μιλούσαν μεταξύ τους και προσπαθούσαν να βρουν τρόπους για να τους ακούσει η Ελπίδα και να εμφανιστεί.

«Τι καλό σας φέρνει στα μέρη μας;» ακούστηκε ξάφνου κι όλοι γύρισαν να δουν.
«Ελπίδα, εσύ;» ρώτησαν όλοι με χτυποκάρδι.
«Είμαι η αδελφή της, η Πίστη. Η Ελπίδα έχει κλειστεί στο σπίτι από τότε που τη διώξατε κι εγώ έμεινα κοντά της να τη φροντίζω για να μην πεθάνει» είπε θλιμμένη η Πίστη και συνέχισε: «Τι συμβαίνει και ήρθατε στη γειτονιά μας;»
«Τελειώνει ο Μάιος και η Άνοιξη δεν ήρθε ακόμα… ο φετινός Χειμώνας είναι ατέλειωτος, κρύος κι ο πιο σκοτεινός που ζήσαμε ποτέ… μας τέλειωσαν οι προμήθειες… η γη δε φαίνεται να έχει ετοιμαστεί για νέους καρπούς… αν συνεχιστεί αυτό θα πεθάνουμε όλοι από την πείνα…» ακούστηκαν ξέπνοες φωνές σ’ όλες τις γλώσσες.
«Σε τι μπορεί να βοηθήσει η Ελπίδα;»
«Να μας δείξει τον τρόπο ν’ αλλάξουμε πίστη, αλλιώς ο Χειμώνας δε θα φύγει ποτέ…»
«Τον τελευταίο καιρό περνάμε ατέλειωτες ώρες στις βιβλιοθήκες, είναι το μόνο που μας απέμεινε, και μελετώντας παλιά βιβλία προσπαθούμε να δώσουμε λύση στο πρόβλημα…» συνέχισαν με απόγνωση οι άνθρωποι.
«Και τι ανακαλύψατε;» ρώτησε σκεπτική η Πίστη.
«Πως μόνο η Ελπίδα μπορεί να μας φέρει κοντά σ’ εσένα, Πίστη, για ν’ αλλάξουμε τα πράγματα. Να ξαναγίνουν τα παιδιά μας-παιδιά, να διώξουμε τη βεβαιότητα πως τίποτα δεν αλλάζει και μαζί της να διώξουμε τον Χειμώνα…»
Η Πίστη δεν απάντησε και σιωπή απλώθηκε ολόγυρα.

Μετά από λίγη ώρα ακούστηκε ένα σούρσιμο από κουρτίνα που άνοιγε. Η Ελπίδα βγήκε στο παράθυρο κι ένα χελιδόνι φτερούγισε μέσ’ από τα χέρια της. Το χελιδόνι έκανε δυο-τρεις κύκλους πάνω από τους ανθρώπους. Ύστερα κάθισε τιτιβίζοντας πάνω στον ώμο της Πίστης κι από το βάθος του κάμπου έφτασε μια μοσχοβολιά από άνθη κερασιάς.

Χ. Κ.

 Ο πίνακας είναι του Χριστόδουλου Γκαλτέμη
 




<a href="http://www.sync.gr/claim/vaCb8jxTNp0K" rel="sync"></a>

Σάββατο, 12 Μαρτίου 2011

Η λίμνη των ευχών

"Ποια ‘ναι η πιο αντρίκια χαρά; Ν’ αναλαβαίνεις την πάσα ευθύνη" Ν. Καζαντζάκης



Κάποτε.. όπως τώρα.. όπως παλιά.. ήταν ένας άνεμος.
 Ταξιδιάρης, σα τσιγγάνος. Σοφός, σαν όνειρο.
 
Τις μέρες, του άρεσε να τρυπώνει στις παρέες που έφτιαχναν τα σύννεφα. Παίζοντας μαζί τους τα έσπρωχνε μπροστά στον ήλιο. Καλόπιανε τα πιο μικρά και τα πιο άτακτα και του τα κρεμούσε σκουλαρίκια. Αμέσως μετά, σκαρφάλωνε γρήγορα-γρήγορα στο φως της πιο μακρινής αχτίδας και πετούσε στον ήλιο χάρτινες σαϊτες, γεμάτες λόγια παλιάς - αλήθειας.  Ο ήλιος θύμωνε που τον κορόιδευε ο άνεμος κι ο άνεμος τρανταζόταν στα γέλια με τα παθήματά του ήλιου.

Τις νύχτες, ο άνεμος έπαιρνε στο κατόπι τις περαστικές βροχές, τις κερνούσε υποσχέσεις γεμάτες θάλασσα και τις έβαζε να του πουν τις ιστορίες τους, καθώς τις στροβίλιζε σ’ όλων - των λογιών τους χορούς, μέχρι το ξημέρωμα. Οι βροχές μεθούσαν κι εκλιπαρούσαν τον άνεμο να εξατμίσει τις στάλες τους και να τις πάρει για πάντα μαζί του.  Εκείνος, τότε, τις κοιτούσε σκανταλιάρικα κι αφού έκανε μια βαθειά υπόκλιση, απομακρυνόταν φυσώντας χαμόγελα κι ερωτολόγα. Κι όταν κανένας δεν τον έβλεπε πια, πήγαινε τρέχοντας να ξαποστάσει στο κρησφύγετό του, μια βουνοκορφή απέναντι από το σπίτι του Θεού.

 Ανάμεσα στη βουνοκορφή του άνεμου και το σπίτι του Θεού, βρισκόταν μια μικρή-βαθειά λίμνη. Η λίμνη των ευχών. Ο άνεμος ποτέ δεν τόλμησε να βουτήξει στα νερά της. Προτιμούσε να πετάει βότσαλα, από ψηλά, με λέξεις - καινούργιες, που είχε χαράξει ο ίδιος. Ήταν τόσο σίγουρος πως η λίμνη είχε φτιαχτεί για να καταπίνει τις ευχές που την τάιζε γενναιόδωρα.

 Μονάχα τις φορές που το φεγγάρι χαρεντιζόταν με τ’ άστρα, ο άνεμος κρυβόταν πίσω από πυκνές φυλλωσιές και χωρίς καν να ανασαίνει, το ακολουθούσε λυπημένος - όπου κι πήγαινε. Το φεγγάρι ήταν ό,τι αγαπούσε με αφοσίωση, ο άνεμος, και το μόνο που τον γέμιζε τόσο μεγάλη θλίψη. Χρόνους αμέτρητους  έψαχνε να βρει το λόγο της αγάπης και της θλίψης αυτής μα, ποτέ, δεν τα κατάφερε. Έμπαινε σα σίφουνας σε καταπακτές γεμάτες βιβλία που πειρατές είχαν φυλάξει σ’ απόκρυφες σπηλιές και που μόνο ένας τσιγγάνος - άνεμος θα μπορούσε να περάσει μέσα από τις λεπτές χαραμάδες τους. Καθάριζε μ’ένα φύσημα τις σκονισμένες σελίδες και τις ρωτούσε γεμάτος αγωνία να του πουν γιατί η μοναδική του αγάπη του προξενεί τόση θλίψη. Όμως, καμιά - ποτέ δεν του απάντησε, ή έτσι ήθελε να νομίζει ο άνεμος.

 Μια νύχτα το φεγγάρι έστησε χορό κι άρχισε να βγάζει τα πέπλα με τις φεγγαρόπετρες γιατί το βάραιναν. Ο άνεμος έπεσε σε μεγάλη θλίψη. Ίσως τη μεγαλύτερη που θυμόταν ποτέ. Προσπάθησε απεγνωσμένα να πιάσει ένα πέπλο, να το κρατήσει για πάντα δικό του. Όμως η γη είχε απλώσει τα χέρια της, μάζευε γρήγορα-γρήγορα τα πέπλα του φεγγαριού και τα τύλιγε ολόχαρη γύρω της. Ο άνεμος δε μπορούσε να πατήσει στη γη. Ποτέ του δεν το είχε κάνει. Δεν ήξερε τον τρόπο.

Γεμάτος απόγνωση, πήρε μια μεγάλη ανάσα και βούτηξε για πρώτη φορά στη λίμνη των ευχών. Έμεινε ακίνητος κάτω από το νερό ζητώντας μέσ’ από τα βάθη της ανεμένιας καρδιάς του να γινόταν ένα θαύμα που θα λύτρωνε τη θλίψη - της αγάπης του. Σκέφτηκε για μια στιγμή πως αν και τούτη τη νυχτιά δεν τα κατάφερνε στ’ αλήθεια να λυτρωθεί. τουλάχιστον ας ονειρευόταν πως λυτρώθηκε, χωρίς, όμως, να κοιμηθεί. Το μόνο που φοβόταν, ο άνεμος, ήταν ο ύπνος.  Γι’ αυτό και σπάνια κοιμόταν.
 
 «Καλησπέρα άνεμε...»

Η φωνή που ακούστηκε ήταν όμοια με μελωδία άρπας. Ο άνεμος ταράχτηκε και ρίγησε μαζί όταν μια μυρωδιά από νοτισμένο  νυχτολούλουδο άγγιξε το μάγουλό του.  Η φωνή με το άρωμα του νυχτολούλουδου κολυμπούσε ολόγυρά του. Όλο και πιο σιμά του, μέχρι που τον τύλιξε σα δίχτυ. Ο άνεμος σάστισε. Χωρίς ν’ανοίξει τα μάτια του, ρώτησε:
 «Τι είσαι εσύ;»
 «Η ευχή σου, άνεμε.»
 «Και γιατί είσαι τόσο κοντά μου; Γιατί τυλίχτηκες γύρω μου;»
 «Πάντα είμαι τόσο κοντά σου. Απόψε, όμως, είναι η πρώτη φορά που αποφάσισες να με δεις.»
 «Κι εσύ, γιατί φανερώθηκες;»
 «Γιατί εσύ το ζήτησες.»
 «Με πνίγεις! Φύγε...»
 «Θα σου χαρίσω το φεγγάρι και θα φύγω. Απόψε θα γίνει δικό σου. Θα το κουβαλάς όπου κι αν πας και θα του μιλάς για την αγάπη. Για την αγάπη που του έχεις. Μόνο έτσι θα γιάνεις απ’ τη θλίψη.»
 «Θα κουβαλάω παντού το φεγγάρι;»
 «Aιώνες τώρα, λαχταράς να το αποκτήσεις.»
 «Δεν είναι βαρύ για μένα;»
 «Ίσως. Πρέπει όμως ν’ αποφασίσεις, τώρα, τι σου είναι πιο σπουδαίο. Η αντοχή σου, ή η επιθυμία σου;»
 «Η ευχή μου…» ψιθύρισε ο άνεμος και κουλουριάστηκε χωρίς αντίσταση μέσα στο δίχτυ της ευχής.

 Χ. Κ.

 

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011

Παραμυθίας γένεση

"Η λογοτεχνία είναι απόδειξη πως η ζωή δεν είναι αρκετή" Φερνάντο Πεσσόα


Κάποτε.. όπως τώρα.. όπως παλιά.. ο μικρός λευκός άγγελος άνοιξε το λεξικό του. Έτσι στην τύχη. Όταν το φθινόπωρο έσμιγε, στο σταυροδρόμι των εποχών, με το χειμώνα, έπρεπε να κάνει ένα δώρο που θα ζέσταινε τους ανθρώπους, κι αυτό έκανε. Ήταν, βλέπετε, ο άγγελος των δώρων της σοφίας.

Την πρώτη, λοιπόν, λέξη που συναντούσε, την πασπάλιζε με αγγελοζάχαρη γιατί ήταν η μόνη ζάχαρη που δεν έλιωνε ποτέ και την τύλιγε με το φως της αυγής για να μη θαμπώσει ούτε μισή φορά. Μετά τη δίπλωνε σα σαϊτα, και την έριχνε πάνω στην καρδιά της γης. Η γη, κάθε που γινόταν αυτό, σκιρτούσε από τη χαρά της γιατί ήξερε ότι οι άνθρωποι θα είχαν μιαν ακόμα ευκαιρία να γίνουν πιο σοφοί και πιο ευτυχισμένοι.

Η λέξη που εμφανίστηκε, αυτή τη φορά, μπρος στα μάτια του μικρού λευκού άγγελου, ήταν η Παραμυθία. Τη συλλάβισε, τη διάβασε ξανά και ξανά.
«Όμορφη λέξη» σκέφτηκε «και μεγαλούτσικη»
«Τι θα πει Παραμυθία;» τον ρώτησε  το κόκκινο λουλούδι που βρισκόταν πλάι του.
«Παρηγοριά. Κάτι που εσύ κι εγώ δεν θα χρειαστούμε ποτέ. Άλλο οι πολίτες του παράδεισου κι άλλο της γης» απάντησε ο μικρός λευκός άγγελος, χαμογέλασε κι ακούμπησε ένα πεταχτό φιλί πάνω στο λουλούδι που έγινε ακόμα πιο κόκκινο από τη ντροπή του.

Όταν η σαϊτα με το δώρο της Παραμυθίας έφτασε στην καρδιά της γης, εκείνη κοιμόταν. Η Παραμυθία στάθηκε απαλά πάνω της  κι έσκυψε ν’ αφουγκραστεί τους χτύπους της. Άλλες στιγμές χτυπούσαν πολύ γρήγορα λες και γινόταν πόλεμος, άλλες αργά και σταθερά λες κι όλα δούλευαν ρολόι   και κάποιες άλλες σταματούσαν εντελώς, οι χτύποι, σα να είχε πεθάνει.
«Περίεργα και ζαλιστικά είναι εδώ αλλά όμορφα και ζεστά μαζί» ψιθύρισαν τα γράμματα της Παραμυθίας κι άρχισαν να σχεδιάζουν την πρώτη ιστορία που θα έγραφαν.
«Κάτι που να γλυκαίνει τον πόνο» κορδώθηκε το Π γιατί ήθελε να ξεκινήσουν από κείνο.
«Κάτι που να του περισσεύει η αγάπη» πετάχτηκε το διπλανό Α.
«Είμαι το Ρ και βρίσκομαι στο δάκρυ. Μια ιστορία που να μιλάει για δάκρυα ευτυχίας, είναι ότι καλύτερο»
«Οι άνθρωποι υποφέρουν από την ανάγκη» διέκοψε το Ρ, το Α που στεκόταν πλάι του.
«Είμαι το Μ και πρέπει να έχω τον πρώτο λόγο για το θέμα του μύθου. Δεν έχει καμία σημασία που από σήμερα ο μύθος θα λέγεται και παραμύθι»
«Κάντε ότι θέλετε» είπε ήρεμα το Υ «έτσι κι αλλιώς εγώ πάντα θα ανεβάζω το παραμύθι ψηλά. Θα το σπρώχνω στην κορφή του»
Το Θ και το Ι πλησίασαν το Α που βρισκόταν στο τέλος και στριμώχτηκαν πάνω του.
«Θα στηρίζουμε πάντα το τελευταίο Α, όποια ιστορία κι αν γράψουμε, γιατί πρέπει να μένει αθάνατη όπως, η ίδια, η Παραμυθία. Την έχουν τόση ανάγκη οι άνθρωποι» μίλησε δειλά το Ι για λογαριασμό και των τριών.

Μόλις έγινε κι αυτό, τα γράμματα αγκαλιάστηκαν μεταξύ τους και υποσχέθηκαν να μην πούνε ποτέ ψέματα στους ανθρώπους. Το μόνο που θα έκαναν ήταν να τους μιλάνε για το όμορφο πρόσωπο της αλήθειας, όχι το άσχημο. Η καρδιά της γης κοιμόταν ακόμα και τα γράμματα της Παραμυθίας στρώθηκαν στη δουλειά. Ήθελαν μόλις ξυπνήσει, η γη, να βρει έτοιμο το πρώτο παραμύθι. Να χαρεί, να το δώσει στους ανθρώπους, να χαρούν κι αυτοί.

«Χαχα! Να’ μαι κι εγώ!»
Τα γράμματα που είχαν αρχίσει να σκαρώνουν το πρώτο παραμύθι κι είχαν απορροφηθεί, τρόμαξαν. Η φωνή που ακούστηκε ήταν στριγγιά κι άνυδρη. Γύρισαν, όλα μαζί, να δουν από που ερχόταν.
Ένας μικρός μαύρος άγγελος στεκόταν απειλητικά μπροστά τους.
«Καλώς τα παιδιά! Να ξέρατε πόσο καιρό σας περίμενα!» έκραξε με την ίδια φωνή, έκανε ένα βήμα μπρος και φύσηξε δυνατά.
Ένας κιτρινόμαυρος καπνός ξεχύθηκε από το στόμα του. Η γη ξύπνησε απότομα, σείστηκε, άνοιξε διάπλατα την καρδιά της κι έκρυψε, βαθειά στα σωθικά της, τα γράμματα που κόντευαν να λιποθυμήσουν  από το φόβο τους.
Δεν πέρασε πολλή ώρα και τα γράμματα της Παραμυθίας ηρέμησαν, ξεφοβήθηκαν μέχρι που ξέχασαν ακόμα και το τι είχε συμβεί αφού ο μικρός μαύρος άγγελος δεν εμφανίστηκε ποτέ ξανά μπροστά τους.
Από τότε πέρασαν αιώνες και αιώνες και τα γράμματα της Παραμυθίας δεν έχουν σταματήσει να γράφουν ιστορίες γεμάτες παρηγοριά.
Μόνο που, οι λεκέδες του κιτρινόμαυρου καπνού δεν έφυγαν ποτέ από πάνω τους. Κι αυτό μπερδεύει πολλές φορές τους ανθρώπους. Έτσι, μέχρι και σήμερα, πολλοί αγαπούν τους μύθους κι ακόμα περισσότεροι  αναζητούν την αλήθεια τους.

X.K.






Εξημερώνω σημαίνει κάνω δεσμούς...

..τότε εμφανίστηκε η Αλεπού.
"Καλημέρα," είπε η Αλεπού.
"Έλα να παίξουμε" πρότεινε ο Μικρός Πρίγκιπας. "Είμαι τόσο δυστυχισμένος."
"Δεν μπορώ να παίξω μαζί σου" δήλωσε η Αλεπού. "Δεν έχω εξημερωθεί."
"Συγνώμη;" είπε ο Μικρός Πρίγκιπας.
Και μετά από λίγη σκέψη, πρόσθεσε:
"Τι θα πει εξημερώνω;"
"Εξημερώνω σημαίνει κάνω δεσμούς."
"Κάνω δεσμούς;"
"Ακριβώς αυτό" είπε η Αλεπού.

Η Αλεπού κοίταξε το Μικρό Πρίγκιπα, για πολλή ώρα.

"Σε παρακαλώ εξημέρωσέ με!" είπε.
"Το θέλω πάρα πολύ" απάντησε ο Μικρός Πρίγκιπας. "Αλλά δεν έχω πολύ χρόνο. Ψάχνω για φίλους και θέλω να γνωρίσω πολλά πράγματα."
"Γνωρίζουμε μόνο τα πράγματα που εξημερώνουμε", είπε η Αλεπού. "Οι άνθρωποι δεν έχουν χρόνο να γνωρίσουν το οτιδήποτε. Αγοράζουν τα έτοιμα πράγματα από τα καταστήματα. Αλλά δεν υπάρχει κανένα κατάστημα στο κόσμο από το οποίο να μπορούν να αγοράζουν φίλους και έτσι οι άνθρωποι δεν έχουν πια κανένα φίλο. Εάν θες ένα φίλο, εξημέρωσε με..."
"Τι πρέπει να κάνω για να σε εξημερώσω;" ρώτησε ο Μικρός Πρίγκιπας.
"Πρέπει να είσαι πολύ υπομονετικός" απάντησε η Αλεπού.

Ο Μικρός Πρίγκιπας - Αντουάν ντε Σαιντ Εξυπερύ