Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2013

"Κραυγές Ζώσες", του Πάνου Σταθόγιαννη

Θα αρχίσω λέγοντας ότι είναι αφάνταστα δύσκολο, αν όχι ανόητο, το να μιλάει κανείς αναλυτικά για την ποίηση. Τι να πει κανείς, ο οποιοσδήποτε, για την εναγώνια προσπάθεια του ποιητή να διαρρήξει την μεμβράνη αυτής της ταυτοσημίας που άλλοτε λέγεται «χωροχρόνος» κι άλλοτε «ψυχή» για να αγγίξει τη γενεσιουργό αιτία των πάντων, την τελεολογία τους, το άφατο και το άρρητο περιεχόμενό τους;
Η ποίηση είναι πέρα από τις ίδιες τις λέξεις και τις προτάσεις που αυτές συναπαρτίζουν. Πέρα ακόμα και από το νοηματικό τους φορτίο. Γι’ αυτήν, η γλώσσα είναι μόνο αφορμή. Και τελικός προορισμός αλλά με έναν τρόπο παράδοξο. Είναι σαν να λέμε (και εδώ κυριολεκτώ) ότι χρησιμοποιούμε τον έρωτα για να επανακτήσουμε την απωλεσθείσα παρθενία μας.

Έτσι, για την ποίηση δεν μιλάμε, την ποίηση μόνο τη διαβάζουμε. Κι αν είμαστε έτοιμοι ή μας πετύχει σε στιγμή κατάλληλη, μπορεί να μας φανερώσει ως «δι’ αποκαλύψεως» (με τη βιβλική σημασία αυτού του όρου) μυστικά βαθύτατα, να μας δονήσει στον ρυθμό που πάλλεται, τίκτει τον εαυτό του και πεθαίνει το κοσμικό αυγό, να μας παρηγορήσει, τονίζοντας παράδοξα λυτρωτικά την τραγικότητα της ύπαρξής μας. Έτσι όπως σε παλιότερους καιρούς έκαναν κάποια ανεξιχνίαστης βαρύτητας λόγια που έδιωχναν τις βασκανίες και το κακό μάτι.
Από αυτή την άποψη, μην περιμένετε να προβώ σε αναλυτικές δομές σχετικά με τις «Κραυγές Ζώσες» της Χριστίνας Κόλλια. Διαβάστε την. Αναζητείστε την εκεί – στις σελίδες της πανέμορφης έκδοσης της «Ιωλκού».
Επιτρέψτε μου απλώς να μείνω στη δομική της, έτσι όπως τουλάχιστον εγώ τη συνέλαβα, όπως και σε κάποιες σκέψεις (δεσμευτικές μόνο για μένα) μου γέννησε η ανάγνωσή τους.

Κατά πρώτον είναι ένα βιβλίο με δύο αρχές – την αντρική και την γυναικεία. Αρχέτυπα και οι δυο τους. Εννοώ τα αρχικά καλούπια από τα οποία προέρχονται όλες οι επιμέρους σημαδεμένες με φύλο μορφές και πρόσωπα.
Στέκονται αντικριστά και αυτοπαρουσιάζονται, ξεδιπλώνοντας την πιο βαθιά τους ουσία – την σπαρτιάτικη ο άντρας και την αθηναϊκή η γυναίκα. Μοιάζει πολύ ο ένας με τον άλλον. Αλλά και διαφέρουν ιλιγγιωδώς. Συχνά η διαφοροποίηση μίας και μόνης λέξης στην κοινότητα των λεγομένων τους, τους εξακοντίζει στους αντίθετους πόλους.
Το δεύτερο που θέλω να σημειώσω είναι ότι η αυτοπαρουσίαση που μόλις ανέφερα δεν έχει χαρακτήρα ναρκισσιστικό. Δεν έχουμε δηλαδή να κάνουμε με κάποιον ιδιότυπο και περίκλειστο «αυτισμό». Τα δύο αυτά πρόσωπα μοιάζουν να απευθύνονται το ένα στο άλλο. Άρα το ζητούμενο δεν είναι το «εγώ» (πώς είμαι εγώ, τι είμαι εγώ, με τι στοιχεία με έχει σημαδέψει ο θεός, η μοίρα ή –έστω– το κακό μου το κεφάλι) αλλά η επιδίωξη της σύνδεσης, της επαφής, της σχέσης. Με άλλα λόγια – κοίτα, είμαι αυτό. Και σου το παρουσιάζω, εσένα, του απέναντι (ή της απέναντι), διότι τείνω σε εσένα, εσύ με αφοράς.


Ένα τρίτο σημείο που παρατήρησα είναι ότι τα πρόσωπα αυτά, ο άντρας και η γυναίκα, στέκονται αντικριστά (κι ας τους έχει στο εξώφυλλο δίπλα - δίπλα αλλά με βλέμματα ασύμπτωτα). Θέλω να πω ότι ο ένας λειτουργεί ως καθρέφτης του άλλου. Κοιτάζονται. Ξέρετε για τους προγόνους μας δεν ήταν τα πράγματα που διά της ακτινοβολίας τους μπαίνουν μέσα μας, στον αμφιβληστροειδή μας και αποτυπώνονται. Κατ’ αυτούς, τα μάτια μας ακτινοβολούν, αγκαλιάζουν με τις δικές του ακτίνες τα πράγματα και έτσι τα γνωρίζουμε. Αλλά και τα επηρεάζουμε, τους προσάπτουμε στοιχεία της δικής μας υπόστασης. Ο Αριστοτέλης, επί παραδείγματι, έγραφε ότι αν μια γυναίκα με έμμηνο ρύση σταθεί για πολλή ώρα μπροστά σε έναν καθρέφτη, σιγά - σιγά ο καθρέφτης θα πάρει ένα χρώμα ελαφρώς πορφυρό. Με αυτό θέλω να πω ότι ο άντρας και η γυναίκα, της φίλης Χριστίνας Κόλλια, όχι μόνο αυτό αυτοπαρουσιάζονται, αλλά και –ως ένα σημαντικό βαθμό– ετεροπροσδιορίζονται. Ο καθένας τους είναι και αυτό που είναι, αλλά και αυτό που διακρίνει πάνω του και μέσα του ο άλλος.

Κι επειδή μίλησα για αντικριστούς καθρέφτες, έχουμε και εδώ αυτό που  σημειώνεται όταν δύο καθρέφτες στηθούν ο ένας απέναντι στον άλλον. Καθρεφτίζονται επ’ άπειρον, με μια πολλαπλότητα εν πολλοίς κοινότοπων ειδώλων. Και λέγοντας εδώ «κοινότοπων», μιλάω ασφαλώς για το αρχετυπικό του φύλου που φέρει ο καθένας μέσα του και πέρα από τις όποιες επιμέρους διαφορές κάνει όλους τους άντρες να μοιάζουν μεταξύ τους και όλες τις γυναίκες να μοιάζουν μεταξύ τους. Γι’ αυτό και είμαι σίγουρος ότι στη συγκεκριμένη ποιητική σύνθεση ο καθένας από εμάς θα ανακαλύψει και τον εαυτό του.
Κάνει επίσης τον άντρα να μοιάζει στη γυναίκα και να τη συναντάει λίγο πιο πάνω, σε ένα ανώτερο επίπεδο, όπου τα φύλα υποχωρούν για να δώσουν τη θέση τους στην έννοια και την πραγματικότητα του ανθρώπου. Υποχωρούν, δεν αναιρούνται. Δίνουν το χέρι τους το ένα στο άλλο. Σχετίζονται.
Με αυτή τη σχέση ολοκληρώνει τη σύνθεσή της η ποιήτρια και καλή φίλη Χριστίνα Κόλλια. Το ολιγόλογο (μόνο ένα ποίημα) τρίτο μέρος της σύνθεσης της είναι μια κραυγή σε τέμπο δυαδικό. Είναι ο άντρας αυτός που μιλάει. Είναι η γυναίκα. Είναι οποιοσδήποτε από τους δύο. Είναι και οι δύο.
Γιατί εν τέλει το εγώ, το όποιο εγώ, είτε θηλυκό είτε αρσενικό μέσα στη σχέση ολοκληρώνεται και πληρούται.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου