Τετάρτη, 18 Μαΐου 2011

Ο γιός της χρυσής βροχής

"Ο δρόμος δεν είναι στον ουρανό. Ο δρόμος είναι στην καρδιά" Πλάτωνας



Κάποτε... όπως τώρα όπως παλιά... χρυσή βροχή ξεχύθηκε από το ανοιχτό παράθυρο, στο δωμάτιο της όμορφης Δανάης. Η βροχή αγκάλιασε τη νύχτα και το κορμί της. Έτσι γεννήθηκε ο Περσέας, γιός του Δία. Κι επειδή τα πάθη των ανθρώπων, όπως και των θεών, ακόμα ίδια είναι, η μοίρα του Περσέα έγραψε στο εξώφυλλο του μύθου του: ανεπιθύμητος και δοξασμένος. Και οι δοκιμασίες που πέρασε, ήταν σκληρές κι αμέτρητες.

Κάθε φορά που το κουράγιο του Περσέα σωνόταν, περιπλανιόταν ως την άκρη του μύθου του,  αναζητώντας τον πατέρα του.

«Πατέρα, πού αναβλύζει η χρυσή σου βροχή;» ρώτησε για πρώτη φορά όταν ήταν ακόμα μωρό.
«Στη Σέριφο» απάντησε ο Δίας, σπρώχνοντας στη θάλασσα το ξύλινο κιβώτιο, που ο βασιλιάς του Άργους Ακρίσιος είχε φυλακίσει  τον ανεπιθύμητο Περσέα μαζί με τη μητέρα του Δανάη.

«Πατέρα, πού κρύβεις τη χρυσή σου βροχή;» ρώτησε ξανά, ο Περσέας, όταν ο Πολυδεύκης - βασιλιάς της Σερίφου ερωτεύτηκε την όμορφη Δανάη και μηχανευόταν τρόπους να διώξει τον ανεπιθύμητο γιο της.
«Στο σακί που θα βάλεις το κεφάλι της Μέδουσας» απάντησε ο βασιλιάς των θεών κι αμέσως έστειλε μαντάτο στην Αθηνά να δώσει στο γιο του την ασπίδα της και μήνυσε στον Ερμή να του δανείσει τα φτερωτά του σανδάλια.

Όταν μετά από περιπέτειες, ο Περσέας, κατάφερε να ξεγελάσει τη Μέδουσα Γοργώ και να της πάρει το κεφάλι, το έβαλε στο μαγικό του σάκο όπως τον είχε διατάξει ο πατέρας του. Την ώρα που ξέπλενε στη θάλασσα το χρυσό νικηφόρο σπαθί του, ρώτησε:

«Πατέρα, πού κανακεύεις τη χρυσή σου βροχή;»
«Στην αγκαλιά της Ανδρομέδας που θα γίνει γυναίκα σου» είπε εκείνος και φυσώντας, ίδιος θεός και βασιλιάς, ταξίδεψε τον Περσέα, με τα φτερά του Πήγασου, στα βράχια της Αιθιοπίας. Εκεί, αλυσοδεμένη, η πεντάμορφη Ανδρομέδα, υπέμεινε καρτερικά την τιμωρία του Ποσειδώνα. Ο Περσέας, ερωτεύτηκε την Ανδρομέδα αμέσως μόλις την είδε, κι ο έρωτάς του τον έκανε ακόμα πιο γενναίο. Ατρόμητο. Και πάλεψε με το Δράκοντα, που είχε αποστολή να κατασπαράξει την Ανδρομέδα, σε μάχη σκληρή κι άνιση. Ώσπου τον νίκησε κι ελευθέρωσε την Ανδρομέδα.

«Πατέρα, πού δοξάζεις τη χρυσή σου βροχή;» ρώτησε ο Περσέας, όταν ο Πολυδεύκης και οι σύντροφοί του τιμωρήθηκαν κι έγιναν πέτρες στη Σέριφο επειδή αμφισβήτησαν ότι, ο Περσέας, κατάφερε να αποκεφαλίσει τη Μέδουσα Γοργώ.
«Στα τείχη των Μυκηνών» απάντησε ο νεφεληγερέτης.

Και πέρασαν τα χρόνια κι άφησαν πίσω τους τα βάσανα του ανεπιθύμητου Περσέα. Δοξασμένος βασιλιάς πια στην Τίρυνθα, ο Περσέας, περπάτησε μια νύχτα ως την άλλη άκρη του μύθου του, πιο άκρη δεν είχε, ρωτώντας τον πατέρα του:

«Πατέρα, πού βρίσκεται η δική μου χρυσή βροχή;»
«Στους τρανούς άθλους σου, που εγώ ο πατέρας σου τους έστεψα με τιμή μεγάλη, γενάρχη της γενιάς του Ηρακλή.»

Ο Περσέας άπλωσε τη ματιά του στο σύμπαν, που η ομορφιά του δεν είχε ούτε αρχή ούτε άκρη. Σκέφτηκε πόσο λίγο τον ένοιαζε αν ήταν γενάρχης και βασιλιάς, μπροστά στην αγάπη της Ανδρομέδας. Κι έκανε μια ευχή: να είναι για πάντα μαζί της. Κι ένας στεναγμός βαθύς και λυπημένος ξεπήδησε από τα σπλάχνα του. Κι ήταν τόση η θλίψη του που τα τριγύρω αστέρια έγιναν θρύψαλα. Κι άρχισαν να στροβιλίζονται και να πέφτουν στη γη. Ήταν τόσα πολλά και στροβιλίζονταν τόσο γρήγορα, που ο Περσέας με δυσκολία κατάφερε να διακρίνει τις ευχές που ήταν χαραγμένες πάνω τους. Όσοι άνθρωποι έτυχε να ξαγρυπνούν, εκείνη τη αλλιώτικη νύχτα, άνοιξαν διάπλατα τα χέρια τους κι η αγκαλιά τους γέμισε θαύματα. Τα σκοτεινά πρόσωπα φωτίστηκαν. Ξεπλύθηκαν στη χρυσή βροχή. Μαραμένα χαμόγελα άνθισαν, σαν αυγουστιάτικα νυχτολούλουδα. Ο Περσέας μαγεύτηκε πιο πολύ κι απ' τους ανθρώπους. Γαλήνεψε. Ήταν η δεύτερη φορά που ένιωθε τόσο ευτυχισμένος. Η πρώτη ήταν όταν ερωτεύτηκε την Ανδρομέδα και την έκανε δική του.

«Πατέρα, αυτό που στ' αλήθεια λαχταράει η δική μου καρδιά είναι να γίνω ένα αστέρι πλάι στ' αστέρι της Ανδρομέδας. Εκπλήρωσε την ευχή μου και δώσε μου τρεις νύχτες μοναχά, το χρόνο, να πραγματοποιώ τις επιθυμίες - των ανεπιθύμητων. Είναι η μόνη χάρη που σου ζητώ.»

Έτσι κι έγινε. Κι από τότε όσοι λένε πως πιστεύουν στα θαύματα ξαγρυπνούν στα φανερά, όσοι λένε πως δεν πιστεύουν ξαγρυπνούν στα κρυφά,  κάνοντας ευχές. Τρεις νύχτες το χρόνο.

Χ.Κ.

Τετάρτη, 4 Μαΐου 2011

Ένας μικρός θεός

"΄Αργησα τόσο την πορεία μου στον κόσμο, που ήρθε το σούρουπο κι' έχασα τον δρόμο μου για πάντα" Σαίξπηρ


Κάποτε... όπως τώρα... όπως παλιά... ήταν ένας μικρός θεός.
Ένας μικρός θεός που σιχαινόταν τους καθρέφτες.
Το σώμα του ήταν ένα περίτεχνο - λασπογλυπτό και στην τρύπα της καρδιάς του μπαινόβγαινε ένα λευκό σύννεφο.
Όταν το σύννεφο στριμωχνόνταν μέσα στην καρδιά του, ανηφόριζε στον ουρανό για να ξαποστάσει. Τότε, ο μικρός θεός, πήγαινε κορδωτός-κορδωτός στην καλοκαιρινή όχθη του Μέγα-Ποταμού, έλιαζε με τις ώρες το λασπογλυπτό σου σώμα και μόλις η λάσπη στέγνωνε για τα καλά, σηκωνόταν κι έλεγε φωναχτά:
«Είμαι πιο όμορφος κι από την ίδια την ομορφιά! Πιο έξυπνος κι από την ίδια την εξυπνάδα! Πιο παντοτινός κι από την ίδια την αιωνιότητα!» Μετά, ατένιζε όσο πιο μακριά μπορούσε και χαιρετούσε, κουνώντας με έπαρση το χέρι του.

Κάποιες φορές, ένα χάδι τύλιγε τη μετέωρη-στεγνή του παλάμη. Αμέσως, ο μικρός θεός, θυμόταν τη μία και μοναδική φορά που δεν έδιωξε το χάδι. Ήταν τον καιρό που σύχναζε στην όχθη της άνοιξης. Παραλίγο να λιώσει τότε. Είχε νιώσει πως άλλαζε μορφή, πως μεγάλωνε η τρύπα της καρδιάς του κι αυτό, δεν του άρεσε καθόλου. Από τότε λοιπόν, όσες φορές τον ακουμπούσε το χάδι, έκλεινε τα μάτια του, τίναζε απότομα την παλάμη του και συνέχιζε ανενόχλητος να χαιρετάει το μακρινό ορίζοντα.

«Ποιόν χαιρετάς;» τον ρωτούσε η γερακίνα, με τα ασημόχρυσα φτερά, αυτή που φύλαγε τα σύνορα του Μέγα-Ποταμού απ΄άκρη-σ΄ άκρη.
«Χα! Τι ερώτηση είναι αυτή; Την ομορφιά του κόσμου χαιρετώ! Τόσο μακρινή και τόσο ιδανική! Άτρωτη κι αθάνατη! Σαν εμένα! Με κοροϊδεύεις, δε βλέπεις;»
«Όχι. Δε βλέπω τίποτα απ’ όσα μου λες» του απαντούσε η γερακίνα και συνέχιζε το ψηλοπέταγμά της.
Ο μικρός θεός χάζευε με απορία τη γερακίνα κι όταν την έχανε από τα μάτια του ξεχνούσε πολύ γρήγορα, ακόμα και την ύπαρξή της.

Μόλις το σύννεφο γυρνούσε στην καρδιά του, φέρνοντας μαζί του ένα φρέσκο κομμάτι ουρανό, ο μικρός θεός πήγαινε νυχοπατώντας στην ανοιξιάτικη όχθη του Μέγα-Ποταμού. Εκεί, όλοι κάτι έφτιαχναν και παρ’όλο που ήταν πολύ απασχολημένοι για να τον προσέξουν, ο μικρός θεός για να είναι σίγουρος πως δε θα τον δουν, κρυβόταν στους ακρόλιθους με τα βρύα. Τα δάκρυά του κυλούσαν με ορμή πάνω στο λασπογλυπτό του σώμα. Όσο η λάσπη τον νότιζε, τόσο εκείνος ψιθύριζε απελπισμένα:
«Τι είμαι; Ποιός είμαι... Θα μου πει ποτέ κανείς...;»
Από τα βάθη του Μέγα-Ποταμού ακουγόταν, τότε, ένα βουητό και τα νερά μεταμορφώνονταν σ’ έναν απέραντο καθρέφτη. Ο μικρός θεός, που σιχαινόταν τους καθρέφτες, βάζοντας όλη του τη δύναμη, σήκωνε το κεφάλι του ψηλά. Σφάλιζε τα μάτια του, κατάπινε όσα δάκρυα του είχαν απομείνει και ξόρκιζε το μακρινό ορίζοντα. Τον ξόρκιζε και τον ικέτευε μαζί, να κάνει ένα θαύμα και να τον γλυτώσει για πάντα από τα δάκρυά του.

Τα χρόνια περνούσαν, το λευκό σύννεφο στριμωχνόταν όλο και πιο πολύ στην τρύπα της καρδιάς του μέχρι που δεν χωρούσε πια, κι έτσι έφυγε μακριά του. Από τότε, ο μικρός θεός δε ξαναβρέθηκε στην όχθη της άνοιξης.
Μόνο η γερακίνα του Μέγα-Ποταμού χαμηλοπετούσε πού και πού από πάνω του και τον κοιτούσε αμίλητη.

Ο μικρός θεός, λιαζόταν όλο και πιο πολύ στην όχθη του καλοκαιριού, αγνάντευε όλο και πιο μακριά και χαιρετούσε το μακρινό ορίζοντα όλο και πιο αδύναμα. Το λασπογλυπτό του σώμα είχε στεγνώσει τόσο, που ήταν ολόιδιο μ’ ένα απολιθωμένο κομμάτι ασέληνης ερήμου. Σαν εκείνα που ποτέ δεν τα νανούρισε η βροχή των αστεριών.

Μια νύχτα, ξέσπασε καταιγίδα στην όχθη του καλοκαιριού. Τα νερά του Μέγα-Ποταμού φούσκωσαν, άφρισαν και ξεχύθηκαν στην όχθη. Ο μικρός θεός, γεμάτος τρόμο, άρχισε να τρέχει προσπαθώντας να κρυφτεί. Ο τρόμος του θέριεψε ακόμα πιο πολύ, όταν ανακάλυψε πως του ήταν αδύνατο πια να τρέξει. Όσο κι αν προσπαθούσε, γλιστρούσε κι έπεφτε πάνω στους καθρέφτες των νερών.
Αποκαμωμένος, γονάτισε κι άρχισε να κλαίει σπαραχτικά.
«Ποιός είμαι; Τι είμαι..;»

«Ένας λασπογλυπτός θεός, είσαι...»
«Ένας μικρός θεός είμαι!» κραύγασε με τα μάτια του σφαλιχτά.
«Σαν όλους τους άλλους...»
«Εγώ δε μοιάζω με τους άλλους!»
«Γι’ αυτό και...»
«Πάψε! Μη μου μιλάς! Δε σε ξέρω! Όποιος κι αν είσαι δε θέλω να σε γνωρίσω!» .
«Είμαι ο φόβος των αξόδευτων δακρύων σου»
«.......τι σ' έφερε εδώ;»
«Μ’ έστειλε το ξόρκι του μακρινού ορίζοντα»
«Δε σε θέλω! Να φύγεις!»
«Δε γίνεται. Κάποιος πρέπει να είναι κοντά σου στις όχθες του φθινόπωρου και του χειμώνα. Στο καθρέφτισμα»

Χ.Κ.