Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2011

Η φυλακή του Πάντα

«Για ασφάλεια κυκλωθήκαμε με τείχη - και γίνανε τα τείχη φυλακή μας»
Κώστας Ουράνης



Κάποτε… όπως τώρα… όπως παλιά… ο Έρωτας αποφάσισε να γράψει την αυτοβιογραφία του. Το εξομολογήθηκε σ’ ένα περαστικό γλάρο. Ο γλάρος τον κοίταξε με απορία και καχυποψία. Αναρωτήθηκε αν κι αυτό ήταν ένα από τα συνηθισμένα παιχνίδια του Έρωτα.

« Είσαι σίγουρος;» τον ρώτησε ο γλάρος.

«Περισσότερο από ποτέ», απάντησε ο Έρωτας και τύλιξε σ’ ένα σύννεφο τη φαρέτρα του που ήταν γεμάτη βέλη.
Μετά κρέμασε στην ουρά του σύννεφου ένα περαστικό αγέρι, αφού πρώτα του ψιθύρισε κάτι πολύ σιγανά. Εκείνο φύσηξε αμέσως με δύναμη και προσγειώθηκε μαζί με το σύννεφο στην πιο μακρινή έρημο. Την έρημο του Πάντα. Ο γλάρος ήταν από τους λίγους που ήξεραν πως αυτή η έρημος ήταν μια φυλακή χωρίς τείχη. Η πιο επικίνδυνη γιατί ήταν η έρημος με τους περισσότερους αντικατοπτρισμούς. Έδειχνε μια απέραντη ανεμπόδιστη έκταση. Κανείς δεν καταλάβαινε πως δεν είχε στάλα νερό και πως η μετακινούμενη άμμος έχτιζε περίτεχνα τείχη που διαρκώς τους άλλαζε θέση.

«Τι σ’ έπιασε κι έστειλες τη φαρέτρα σου στην έρημο του Πάντα;» είπε ο γλάρος μάλλον τρομαγμένος.

«Πριν αρχίσω να γράφω θέλω να κάνω ένα δώρο στους ανθρώπους αφού διαρκώς παραπονιούνται για όλα και το μόνο που αποζητούν είναι η σιγουριά. Γι’ αυτό κι εγώ αποφάσισα να στείλω τα βέλη μου στην έρημο του Πάντα. Να μην τα χρησιμοποιήσω ποτέ ξανά, να νιώσουν ελεύθεροι και από μένα κι από την ανασφάλεια που τους προξενώ».

«Μα την αλήθεια, δεν σε καταλαβαίνω…» του απάντησε ο γλάρος «όχι πως σε κατάλαβα ποτέ, δηλαδή…» συνέχισε τη φράση με τη σκέψη του.

Ο Έρωτας χωρίς να απαντήσει, ξεδίπλωσε ένα κομμάτι από το στρίφωμα της σελήνης. Ακούμπησε το κομμάτι από το στρίφωμα στο γόνατό του κι αμέσως έβγαλε το μικρό κόκκινο βέλος που φύλαγε ανάμεσα στα φτερά του, ήταν το μόνο βέλος που δεν αποχωριζόταν ποτέ. Κάτι έγραψε και μόλις τέλειωσε ξαναδίπλωσε το στρίφωμα προσεκτικά.

Ο γλάρος χωρίς να χάσει καιρό ταξίδεψε τα μαντάτα στις πέντε ηπείρους.
«Μπορείτε να είστε ήσυχοι πια! Από δω και πέρα θα είστε ελεύθεροι και ασφαλείς. Χωρίς εκπλήξεις κι ανατροπές. Τα βέλη του Έρωτα δεν θα σας ενοχλήσουν ποτέ ξανά!»

Οι άνθρωποι έμειναν άφωνοι στην αρχή. Όταν, όμως, σιγουρεύτηκαν ότι η φαρέτρα με τα βέλη του Έρωτα είχε εξοριστεί στην έρημο του Πάντα και δεν κινδύνευαν άλλο από τη δέσμευση και την απογοήτευση, άρχισαν να πανηγυρίζουν. Τι ευτυχία ήταν αυτή! Ο Έρωτας λογικεύτηκε κι αποφάσισε να τους αφήσει ήσυχους. Επιτέλους, θα ζούσαν χωρίς αγωνίες κι εντάσεις. Χωρίς παράλογα όνειρα και ιδέες. Χωρίς τίποτα να απειλεί την ήρεμη ζωή τους, αφού ο κύριος υπεύθυνος για τα περισσότερα δεινά τους ήταν ο Έρωτας. Επιτέλους ήταν ελεύθεροι! Κανείς δεν είχε καταλάβει πόσο κοντά ήταν η έρημος του Πάντα, πως μια δρασκελιά αρκούσε για να βρεθεί στην καρδιά της.


«Τι νέα από τους ανθρώπους; Είναι χαρούμενοι τώρα που γλύτωσαν από μένα;» ρώτησε ο Έρωτας το γλάρο μετά από καιρό.

«Αυτό που βλέπω, εγώ, είναι ότι δείχνουν συνεχώς κουρασμένοι και βαριεστημένοι, παρόλο που δεν κάνουν κουραστικά ή δύσκολα πράγματα», απάντησε ο γλάρος.

«Γιατί το λες αυτό;»

«Ζουν μονότονα κι αδιάφορα. Σα να μη νοιάζονται για τίποτα πλέον».

«Δηλαδή;»

«Σα να βούλιαξε ο χρόνος, και οι άνθρωποι μαζί του, από τότε που τους χάρισες το Πάντα της σιγουριάς. Τίποτα κακό αλλά και τίποτα καλό δε συμβαίνει πια. Όλα δείχνουν βαλσαμωμένα. Αφυδατωμένα. Φαίνεται πως ήταν άμαθοι να φέρουν βόλτα τη σιγουριά κι έγινε η φυλακή τους. Κανείς δε σκέφτεται. Κανείς δεν ψάχνει. Τίποτα δεν πεθαίνει αλλά και τίποτα καινούργιο δε γεννιέται. Ξέρεις πόσο καιρό έχουν να γράψουν ένα καινούργιο τραγούδι; Οι πινακοθήκες έχουν πιάσει αράχνες. Έχουν σταματήσει να ζωγραφίζουν. Γύρισα όλο τον κόσμο μπας και βρω κάποιον που να διαβάζει ένα βιβλίο. Κανείς. Το να γραφεί καινούργιο βιβλίο, ούτε συζήτηση. Ο μοναδικός, που ασχολείται με κάτι τέτοιο εδώ και πολύ καιρό, είσαι εσύ! Αλήθεια, το τελείωσες;»

«Δεν ξεκίνησα καν!»

«Με κοροϊδεύεις;…»

«Όχι».

«Τότε γιατί το έκανες όλο αυτό;»


Ο Έρωτας ξεδίπλωσε με αργές κινήσεις το κομμάτι από το στρίφωμα της σελήνης, εκεί που είχε γράψει τότε που έστειλε τη φαρέτρα του στην έρημο, κι έγνεψε στον γλάρο να πλησιάσει.

«Η φυλακή του Πάντα» διάβασε ο γλάρος και τα μικρούλικα μάτια του γούρλωσαν από έκπληξη, μπορεί να ήταν και θυμός.

«Τι είναι αυτό;…»

«Ο τίτλος του βιβλίου που μπορεί να γράψω κάποτε».


Ο γλάρος ατένισε αμίλητος τον ορίζοντα. Ήταν θαμπός και παραδομένος στη σκόνη της ερήμου.

«Είσαι σκληρός! Εκδικητικός!» ξέσπασε μετά από λίγο.
«Είμαι η αφύπνιση των κυττάρων της ζωής», του απάντησε ήρεμα ο Έρωτας.

«Είσαι απάτη! Δόλος! Γι’ αυτό έστειλες τη φαρέτρα σου στην έρημο!» συνέχισε να τον κατηγορεί ο γλάρος.
«Είμαι η ελπίδα της όασης».

«Είσαι πόλεμος! Εχθρός της Αλήθειας!»
«Είμαι ένα καραβάνι φορτωμένο με κάθε λογής αλήθειες. Αεικίνητο, όμως. Θα υπάρχω για πάντα, αν δεν φυλακιστώ στο Πάντα…» είπε ο Έρωτας κι έγνεψε στο σύννεφο που είχε τυλίξει τη φαρέτρα του ν’ αφήσει την έρημο και να γυρίσει κοντά του.

Χ. Κ.

Ο πίνακας είναι του Καραβάτζιο κι έχει τον τίτλο: "Προκλητικός Έρωτας"

1 σχόλιο:

  1. Του βάζεις δύσκολα του κόσμου αυτού του άμυαλου, όπως λέει και ο ποιητής, αλλά αφού επιμένεις φιλενάδα θα χειροκροτήσω για μια ακόμα φορά την πολυεπίπεδη γραφή σου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή