Τετάρτη, 4 Μαΐου 2011

Ένας μικρός θεός

"΄Αργησα τόσο την πορεία μου στον κόσμο, που ήρθε το σούρουπο κι' έχασα τον δρόμο μου για πάντα" Σαίξπηρ


Κάποτε... όπως τώρα... όπως παλιά... ήταν ένας μικρός θεός.
Ένας μικρός θεός που σιχαινόταν τους καθρέφτες.
Το σώμα του ήταν ένα περίτεχνο - λασπογλυπτό και στην τρύπα της καρδιάς του μπαινόβγαινε ένα λευκό σύννεφο.
Όταν το σύννεφο στριμωχνόνταν μέσα στην καρδιά του, ανηφόριζε στον ουρανό για να ξαποστάσει. Τότε, ο μικρός θεός, πήγαινε κορδωτός-κορδωτός στην καλοκαιρινή όχθη του Μέγα-Ποταμού, έλιαζε με τις ώρες το λασπογλυπτό σου σώμα και μόλις η λάσπη στέγνωνε για τα καλά, σηκωνόταν κι έλεγε φωναχτά:
«Είμαι πιο όμορφος κι από την ίδια την ομορφιά! Πιο έξυπνος κι από την ίδια την εξυπνάδα! Πιο παντοτινός κι από την ίδια την αιωνιότητα!» Μετά, ατένιζε όσο πιο μακριά μπορούσε και χαιρετούσε, κουνώντας με έπαρση το χέρι του.

Κάποιες φορές, ένα χάδι τύλιγε τη μετέωρη-στεγνή του παλάμη. Αμέσως, ο μικρός θεός, θυμόταν τη μία και μοναδική φορά που δεν έδιωξε το χάδι. Ήταν τον καιρό που σύχναζε στην όχθη της άνοιξης. Παραλίγο να λιώσει τότε. Είχε νιώσει πως άλλαζε μορφή, πως μεγάλωνε η τρύπα της καρδιάς του κι αυτό, δεν του άρεσε καθόλου. Από τότε λοιπόν, όσες φορές τον ακουμπούσε το χάδι, έκλεινε τα μάτια του, τίναζε απότομα την παλάμη του και συνέχιζε ανενόχλητος να χαιρετάει το μακρινό ορίζοντα.

«Ποιόν χαιρετάς;» τον ρωτούσε η γερακίνα, με τα ασημόχρυσα φτερά, αυτή που φύλαγε τα σύνορα του Μέγα-Ποταμού απ΄άκρη-σ΄ άκρη.
«Χα! Τι ερώτηση είναι αυτή; Την ομορφιά του κόσμου χαιρετώ! Τόσο μακρινή και τόσο ιδανική! Άτρωτη κι αθάνατη! Σαν εμένα! Με κοροϊδεύεις, δε βλέπεις;»
«Όχι. Δε βλέπω τίποτα απ’ όσα μου λες» του απαντούσε η γερακίνα και συνέχιζε το ψηλοπέταγμά της.
Ο μικρός θεός χάζευε με απορία τη γερακίνα κι όταν την έχανε από τα μάτια του ξεχνούσε πολύ γρήγορα, ακόμα και την ύπαρξή της.

Μόλις το σύννεφο γυρνούσε στην καρδιά του, φέρνοντας μαζί του ένα φρέσκο κομμάτι ουρανό, ο μικρός θεός πήγαινε νυχοπατώντας στην ανοιξιάτικη όχθη του Μέγα-Ποταμού. Εκεί, όλοι κάτι έφτιαχναν και παρ’όλο που ήταν πολύ απασχολημένοι για να τον προσέξουν, ο μικρός θεός για να είναι σίγουρος πως δε θα τον δουν, κρυβόταν στους ακρόλιθους με τα βρύα. Τα δάκρυά του κυλούσαν με ορμή πάνω στο λασπογλυπτό του σώμα. Όσο η λάσπη τον νότιζε, τόσο εκείνος ψιθύριζε απελπισμένα:
«Τι είμαι; Ποιός είμαι... Θα μου πει ποτέ κανείς...;»
Από τα βάθη του Μέγα-Ποταμού ακουγόταν, τότε, ένα βουητό και τα νερά μεταμορφώνονταν σ’ έναν απέραντο καθρέφτη. Ο μικρός θεός, που σιχαινόταν τους καθρέφτες, βάζοντας όλη του τη δύναμη, σήκωνε το κεφάλι του ψηλά. Σφάλιζε τα μάτια του, κατάπινε όσα δάκρυα του είχαν απομείνει και ξόρκιζε το μακρινό ορίζοντα. Τον ξόρκιζε και τον ικέτευε μαζί, να κάνει ένα θαύμα και να τον γλυτώσει για πάντα από τα δάκρυά του.

Τα χρόνια περνούσαν, το λευκό σύννεφο στριμωχνόταν όλο και πιο πολύ στην τρύπα της καρδιάς του μέχρι που δεν χωρούσε πια, κι έτσι έφυγε μακριά του. Από τότε, ο μικρός θεός δε ξαναβρέθηκε στην όχθη της άνοιξης.
Μόνο η γερακίνα του Μέγα-Ποταμού χαμηλοπετούσε πού και πού από πάνω του και τον κοιτούσε αμίλητη.

Ο μικρός θεός, λιαζόταν όλο και πιο πολύ στην όχθη του καλοκαιριού, αγνάντευε όλο και πιο μακριά και χαιρετούσε το μακρινό ορίζοντα όλο και πιο αδύναμα. Το λασπογλυπτό του σώμα είχε στεγνώσει τόσο, που ήταν ολόιδιο μ’ ένα απολιθωμένο κομμάτι ασέληνης ερήμου. Σαν εκείνα που ποτέ δεν τα νανούρισε η βροχή των αστεριών.

Μια νύχτα, ξέσπασε καταιγίδα στην όχθη του καλοκαιριού. Τα νερά του Μέγα-Ποταμού φούσκωσαν, άφρισαν και ξεχύθηκαν στην όχθη. Ο μικρός θεός, γεμάτος τρόμο, άρχισε να τρέχει προσπαθώντας να κρυφτεί. Ο τρόμος του θέριεψε ακόμα πιο πολύ, όταν ανακάλυψε πως του ήταν αδύνατο πια να τρέξει. Όσο κι αν προσπαθούσε, γλιστρούσε κι έπεφτε πάνω στους καθρέφτες των νερών.
Αποκαμωμένος, γονάτισε κι άρχισε να κλαίει σπαραχτικά.
«Ποιός είμαι; Τι είμαι..;»

«Ένας λασπογλυπτός θεός, είσαι...»
«Ένας μικρός θεός είμαι!» κραύγασε με τα μάτια του σφαλιχτά.
«Σαν όλους τους άλλους...»
«Εγώ δε μοιάζω με τους άλλους!»
«Γι’ αυτό και...»
«Πάψε! Μη μου μιλάς! Δε σε ξέρω! Όποιος κι αν είσαι δε θέλω να σε γνωρίσω!» .
«Είμαι ο φόβος των αξόδευτων δακρύων σου»
«.......τι σ' έφερε εδώ;»
«Μ’ έστειλε το ξόρκι του μακρινού ορίζοντα»
«Δε σε θέλω! Να φύγεις!»
«Δε γίνεται. Κάποιος πρέπει να είναι κοντά σου στις όχθες του φθινόπωρου και του χειμώνα. Στο καθρέφτισμα»

Χ.Κ.

6 σχόλια:

  1. Γνωρίζοντας πόσο απαιτητική αναγνώστρια είσαι Ρίτσα μου, σ' ευχαριστώ θερμά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ΟΣΟΙ ΜΙΚΡΟΙ Η ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΧΟΥΝ ΤΗΝ ΤΥΧΗ ΚΑΙ ΤΗ ΧΑΡΑ ΝΑ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΟΥΝ...ΘΑ ΜΑΘΟΥΝ...ΚΑΙ ΓΙ'ΑΥΤΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΟΤΙ Ο ΝΑΡΚΙΣΣΙΣΜΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ...ΚΑΙ ΔΙΔΑΚΤΙΚΟ....Τ'ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΟΥ..
    ΑΠΛΑ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Σ' ευχαριστώ Μάριε και σου εύχομαι πάντα επιτυχίες!

    ΑπάντησηΔιαγραφή